Στις αρχές του Φλεβάρη είχε γίνει συζήτηση στο ιστολόγιο για τον Ν.Γ. Πεντζίκη (1908-1993). Η φίλη μας η Μαρία προσφέρθηκε να πληκτρολογήσει αποσπάσματα από το σημαντικό μυθιστόρημα του Πεντζίκη «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση» (δεν ξέρω αν οι δυο λέξεις πρέπει να έχουν κεφαλαίο το αρχικό τους γράμμα). Φυσικά την ενθάρρυνα, αλλά περίμενα να περάσουν οι Απόκριες και ύστερα παρεμβλήθηκαν άλλα, οπότε το δημοσιεύω μόλις σήμερα.
Είναι σημαντικό το μυθιστόρημα του Πεντζίκη, γραμμένο το 1938, διότι, όπως λένε, εισήγαγε τον εσωτερικό μονόλογο στην Ελλάδα, αλλά, εξαιτίας αυτού, δεν είναι και τόσο εύκολο ανάγνωσμα. Η 4η έκδοση, που κυκλοφορεί σήμερα, είναι από τις εκδόσεις Δόμος.
Η Μαρία, που διάλεξε τα αποσπάσματα, γράφει:
Ο πεθαμένος κι η ανάσταση εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1944. Αντέγραψα από την 3η έκδοση των εκδόσεων «Άγρα» ( 1982). Παρακολουθούμε την προσωπική περιπέτεια του συγγραφέα-αφηγητή, καθώς προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα την ιστορία ενός νέου που αυτοκτόνησε από ερωτική απογοήτευση. Στην πορεία όμως αποφασίζει να τον αναστήσει.
Έβαλα το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης.
Ν. Γ. Πεντζίκης, Ο πεθαμένος κι η ανάσταση
Αισθάνονταν την ανάγκη να συγκεντρωθεί. Βασανίζονταν έρμαιο από τις εντυπώσεις, από τις σχέσεις του με τα πράγματα, με τα πρόσωπα. Επιθυμούσε ένα σχήμα.
Καταλαβαίνω πόσο ο καθένας έχει δίκαιο έναντί μου, άσχετο τι λέω και υποστηρίζω. Δεν πιστεύω ότι με τα λόγια βρίσκω το δίκαιό μου. Το δίκαιο μειώνει το μέγεθος του κόσμου που ζητώ ν’ αγκαλιάσω. Ντρέπουμαι που είμαι αδιόρθωτα εγωιστής.
Κάθισα ν’ αρχίσω ένα μυθιστόρημα με τις παραπάνω φράσεις. Εξιστόρηση των σχέσεων του εαυτού μου με πρόσωπα και πράγματα. Φαντάστηκα ένα νέο να στέκει στο παράθυρο μιας κάμαρης και να βλέπει άντικρυ, πέρα από τον κήπο με τα δέντρα και τα λουλούδια, το παράθυρο μιας κοπέλας. Ονειροπολεί να συνδεθεί μαζί της κάτω από μια στέγη ασφαλή. Ευτυχία. Ο νέος δεν εκφράζεται, δεν εκδηλώνεται. Ξέρει πόσο απίθανο είναι το πράγμα. Ξέρει σε ποια μετριότητα θα κατέληγαν οι αγώνες του, αν επιχειρούσε να παλέψει. Βρίσκει ανήθικη κάθε ονειροπόληση ευτυχίας. Δεν μπορεί όμως να καθαρίσει από μέσα του τον πόθο.
Σ΄ αυτό το σημείο θα καταπιαστώ με την περιγραφή του σπιτιού του νέου, επειδή καταλαβαίνω το βάρος που ασκεί το σπίτι στην εν γένει στάση του. Σπίτι με δύο πατώματα και ημιυπόγειο. Τον καιρό του πολέμου, ένας από τους πολλούς ερασιτέχνες του γαλλικού στρατού, που μ’ ένα μπλοκ και μολύβι στο χέρι έτρεχαν τις εύκαιρες στιγμές τους ν’ απεικονίσουν ό,τι αξιοπρόσεκτο είχε η πόλη (απόψεις, μνημεία, τη θριαμβευτική αψίδα του Γαλερίου, τον Άγιο Δημήτριο, το Γενή-Τζαμί, γραφικές γωνιές με λαϊκά παλιόσπιτα), στα παιδιά της συνοικίας, που τον περικύκλωσαν και του ‘λεγαν να ζωγραφίσει σαν πιο ωραίο το καινούριο και σχετικώς άνετο αυτό σπίτι, αρνήθηκε λέγοντας ότι τέτοια ήταν πολλά στον τόπο του. Πράγματι το όλο σχήμα αυτής της λευκής οικοδομής, που, όταν το φως την κτυπά, δημιουργεί σκιές γαλάζιες και οι γλυφές από τα κάπως πολλά κοσμήματα δείχνουν κίτρινες, θυμίζει μεσημβρινή Γαλλία.








* Συνεχίζω με ένα διπλό μεζεδάκι από συνομιλία στο Φέισμπουκ.



ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Το 1985 κυκλοφόρησε το βιβλίο Μνήμες, σε δυο τόμους, όπου αφηγείται τα χρόνια που έκανε δάσκαλος, τη θητεία του στην Εθνική Αντίσταση και τη θητεία του ως δήμαρχος (κανονικά, ως δημάρχου, αλλά δεν είναι αφύσικο; ). 
Πήγε λοιπόν ο Κίμων στην Κύπρο να αντιμετωπίσει τους Πέρσες, όπως είχε πάει το 450 πΧ ο παλιός Κίμων, ο γιος του Μιλτιάδη, να τους πολεμήσει στο Κίτιο. Ο παλιός βέβαια πέθανε εκεί, αλλά νίκησε -και νεκρός ενίκα, έγραψαν.
* Η ακλισιά της εβδομάδας, από τον Σκάι.
* Πάλι πολεμικό πλοίο, αλλά κομμάτι πιο μπαμπάτσικο από φρεγάτα, αεροπλανοφόρο.

