Θυμάστε ίσως τις ιστορίες του οθωμανού ποιητή Τζινανί, από τα τέλη του 16ου αιώνα. Πριν από λίγο καιρό είχα μεταφράσει μια ακόμα, μια ισλαμική ιστορία τρόμου (έχει κι άλλες), και χτες την ξανακοίταζα τυχαία και σκεφτόμουν, να την ανεβάσω στο μπλογκ που έχει τόσο βρυκολακιάσει που ούτε γενέθλιο δεν είχε φέτος; Μετά λέω, αυτές οι ιστορίες άρεσαν στον ΝεοΚίντ, τον παλιόφιλο του μπλογκ που έχει καιρό να φανεί, ας περιμένω να εμφανιστεί για να τη βάλω να χαρεί. Και σήμερα το πρωί μαθαίνω ότι μας άφησε. Τη βάζω λοιπόν στη μνήμη του.
***
Ένας από τους καδήδες της θεοφρούρητης επικράτειας έκανε μια μέρα κουβέντα με φίλους. Τυχαία η κουβέντα πήγε στα σημεία όπου το ιερό Κοράνι αναφέρει την τάξη των τζιν, και το αν τα τζίνια έχουν εξωτερική υπόσταση, δηλαδή σωματική, ή αποτελούνται μόνο από ιερά εδάφια. Όταν ειπώθηκε ότι οι ουλεμάδες συμφωνούν πως έχουν σώμα και πως μάλιστα μπορούν και το μεταμορφώνουν, διηγήθηκε την εξής ιστορία:
Παλιά ήμουν καδής στο Νευροκόπι. Μια μέρα, ενώ δίκαζα, ήρθε στο ιεροδικείο ένας φίλος και μου ανέφερε: «Στο τάδε μέρος του καζά σας, τα τζίνια πετούν πέτρες στο σπίτι ενός παλιατζή. Το έχετε ακούσει;». Εγώ ο φτωχός είπα «Δεν το ακούσαμε, αλλά, τι παράξενη ιστορία! Όντως συμβαίνει;» Απάντησε «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία». Μετά από μερικές μέρες, ο εν λόγω παλιατζής ήρθε για μια υπόθεσή του στο δικαστήριο, και ο φίλος είπε «ορίστε, αυτός είναι ο παλιατζής που στο σπίτι του πετούν πέτρες τα τζίνια». Τον πήρα κατά μέρος και τον ρώτησα: «Είναι αλήθεια αυτή η ιστορία;» Απάντησε: «Αλήθεια είναι, τις πετούν εδώ και αρκετό καιρό. Ωστόσο δεν ξέρω τι συμβαίνει στ’ αλήθεια».
Μετά από κάποιο διάστημα ξεκίνησα μια μέρα να βρω τον κυβερνήτη του βιλαετιού μας. Όπως κουβεντιάζαμε, μου είπε: «Εξοχώτατε εφέντη, ακούσατε μήπως ότι στον καζά σας πετούν πέτρες στο σπίτι κάποιου παλιατζή;». Απάντησα: «Μάλιστα, το άκουσα και μάλιστα τον ρώτησα τον ίδιο και μου το επιβεβαίωσε». Εκείνη τη στιγμή στην αίθουσα υποδοχής του κυβερνήτη μπήκε ένα πλήθος γυναίκες και παιδιά, θρηνώντας και κλαίγοντας και ζητώντας δικαιοσύνη. Οι τσαούσηδες του κυβερνήτη βγήκαν και ρώτησαν «Τι συμβαίνει μουσουλμάνοι; Για ποιον έχετε παράπονα;». Απάντησαν με θρήνους: «Για έναν παλιατζή, στην γειτονιά μας. Εδώ και αρκετό καιρό πετούν πέτρες στο σπίτι του, δεν ξέρουμε ποιος. Μέχρι τώρα κάναμε υπομονή και το ανεχόμασταν. Όμως τώρα άρχισαν να πετούν πέτρες και στο δικό μας σπίτι. Πια δεν υπάρχει περίπτωση να κάτσουμε ήσυχες στο σπίτι μας. Ή ο παλιατζής πρέπει να σηκωθεί να φύγει από αυτό το σπίτι, ή να σηκωθούμε να φύγουμε όλες εμείς. Άλλη λύση δεν μας απόμεινε. Είστε οι αρχηγοί του βιλαετιού: ή εμποδίστε την τυραννία, ή θα αναγκαστούμε όλες να πάμε να προσπέσουμε στην Υψηλή Πύλη του σουλτάνου». Ο κυβερνήτης, εντυπωσιασμένος, γύρισε σε μένα τον φτωχό λέγοντας: «Εφέντη τι πρέπει να γίνει γι αυτό το ζήτημα; Οπωσδήποτε πρέπει να επιληφθούμε». Είπα κι εγώ: «Οπωσδήποτε εξοχώτατε μπέη μου πρέπει να δούμε πώς λύνεται και επιβάλλεται να το εξετάσουμε». Είπε ο μπέης: «Ελάτε τώρα, ας σηκωθούμε να πάμε στο σπίτι του παλιατζή. Να ρωτήσουμε τους γείτονες αν αληθεύει η ιστορία και να εξετάσουμε από ποια πλευρά έρχονται οι πέτρες, και αν τις πετάει άνθρωπος ή τζίνι».
Έτσι ετοιμάστηκαν οι παρόντες μουσουλμάνοι να πάνε με τον καδή και τον κυβερνήτη στο σπίτι του παλιατζή και να κάνουν εκεί συμβούλιο, και ξεκίνησαν μαζί οι τσαούσηδες αλλά και ο περισσότερος κόσμος της κωμόπολης να πάνε εκεί πριν από μας. Λίγο μετά ανεβήκαμε κι εμείς στα άλογα και φτάσαμε στο εν λόγω σπίτι. Είδαμε πως είχε ήδη μαζευτεί πλήθος. Κατεβήκαμε, μέσα υπήρχε ένας μικρός σοφάς, τον είχαν σκεπάσει με κάτι υφάσματα. Καθήσαμε, και ήρθαν και οι άλλοι μουσουλμάνοι και στάθηκαν μπροστά μας. Καθώς τους ρωτούσαμε, όταν πέφτουν οι πέτρες από ποια μεριά έρχονται, βλέπουμε να πέφτει μια πέτρα από το παραθυράκι πάνω από το σοφά και να προσγειώνεται στη γωνιά του αφήνοντας μια σπίθα. Τρομάξαμε τόσο που για λίγο δεν μπορούσαμε να βγάλουμε λέξη. Τέλος, σηκώσαμε το κεφάλι και καλέσαμε μπροστά μας τον παλιατζή και τη γυναίκα του. Πρώτα είδαμε την κυρά του. Ήταν μια γρουσούζα γρια, όπως στον στίχο: αγελάδα που θα δει το πρόσωπό της, μοσχάρι δεν γεννά / δεν έχει δει ποτέ της τέτοιο θέαμα. Την ρώτησα: «Θεία, εσύ τι ξέρεις από αυτή την ιστορία; Φανερά ή σε όραμα είχες καθόλου νταραβέρια με τα πνεύματα;» και μου απάντησε: «Εγώ δεν ξέρω καθόλου, τίποτα για αυτό, δεν είδα ούτε άκουσα τίποτα σχετικό με αυτά ούτε στον ύπνο μου ούτε στον ξύπνο μου. Όσο μπορούσα έχω κρατήσει τη ζωή μας αγνή, μάλιστα τη νύχτα ανάβω εδώ κι εκεί λιβάνια για να δείξω την ευσέβειά μου. Δεν έχω κάνει τίποτα το επιλήψιμο. Αυτό έχω να πω». Ρωτήσαμε τότε τον παλιατζή: «Μπάρμπα, εσύ είδες τίποτα μορφές φανερά ή σε όραμα; Πες την αλήθεια να δούμε, με την ελπίδα να βρούμε κάποια λύση». Λέει ο παλιατζής:
«Κύριέ μου, πριν από τέσσερα χρόνια, μια νύχτα βγήκα από το σπίτι προς νερού μου τα μεσάνυχτα. Ξαφνικά κατάλαβα κάποια κίνηση. Κοίταξα μπροστά μου και είδα κάποιους να στέκονται στα ριζά εκείνου του δέντρου. Τους πέρασα για ανθρώπους και στράφηκα προς τα εκεί· ένας τους βγήκε μπροστά και μου είπε: ‘Ε, αυτέ, εμείς δεν είμαστε από το είδος των ανθρώπων: είμαστε τζίνια. Έχουμε έναν πρίγκιπα, τον λένε Τζεμσίντ Σαχ, και το προσωνύμι του είναι αυτοκρατορικός φοίνικας. Είναι πρίγκιπας νεαρός, ακόμα άγεται και φέρεται από τις επιθυμίες του. Καθώς γυρίζαμε τον κόσμο απόψε, μας έφερε εδώ ο δρόμος και του άρεσε πολύ, και διέταξε να κάτσουμε λίγο εδώ να γλεντήσουμε και να κουβεντιάσουμε. Έτσι στρώσαμε εδώ και βαλθήκαμε να τρώμε. Εσύ τώρα κάνε την ανάγκη σου και κουλουριάσου πίσω από την πόρτα σου, μη βγεις μέχρι να ξημερώσει! Εμείς δεν θα σε πειράξουμε. Κάτσε ξάπλωσε ήσυχα’. Κι εγώ όπως μου είπαν αμέσως μπήκα μέσα, κλείδωσα την πόρτα και ξάπλωσα. Δεν με πείραξαν ούτε με ενόχλησαν. Λίγες μέρες μετά όμως εμφανίστηκε η ιστορία με τις πέτρες που πετιούνται στη σκεπή μας. Πέρα από αυτά, τι αλήθεια συμβαίνει δεν ξέρω».
Κοιτάζω, μέχρι να πω «ο κύριός μου γνωρίζει» ρίχνουν μια τέτοια βροχή από πέτρες σαν μπόρα, αδιάκοπη! Σταμάτησε κάποια στιγμή, μας πήρε λίγο χρόνο να έρθουν τα μυαλά στα κεφάλια μας. Τέλος, δεν είχα και άλλη επιλογή, απευθύνθηκα στο Αόρατο. Είπα: «Ε, Τζεμσίντ Σαχ, αρχηγέ και στρατάρχη της τάξης των τζιν, γνωρίσαμε την μεγαλειότητά σου και καταλάβαμε ότι είσαι ο σουλτάνος των τζιν! Είναι όμως σωστό και αρμόζον να μην είσαι σεβαστικός, εδώ που καθόμαστε εγώ ο ταπεινός, ο υπηρέτης του λαμπρού ιερού νόμου του εξοχώτατου αγαπημένου κυρίου των δύο κόσμων, μαζί με τόσους μουσουλμάνους και μονοθεϊστές αλλά και τον εξοχώτατο μπέη, που είναι τοποτηρητής του σουλτάνου του κατοικημένου μέρους της οικουμένης, του χαλίφη επί της γης; Να πετάς πέτρες σε έναν φτωχό που δεν έχει κάνει έγκλημα ή αμαρτία και να τον αναστατώνεις, αλλά και να βασανίζεις και να ενοχλείς τόσους μουσουλμάνους; Καθένας θα πληρώσει τις πράξεις του στο Τέλος των Ημερών, είτε άνθρωπος είτε τζίνι. Αν δεν αρνείσαι το Υπερπέραν, σταμάτα αυτές τις πράξεις, είναι ντροπή, δεν ταιριάζουν στη βασιλεία σου. Αν γίνεται, φανερώσου και φανέρωσέ μας με λεπτομέρεια ο ίδιος για ποιο λόγο πετάς έτσι πέτρες στα σπίτια αυτού του φτωχού και των άλλων μουσουλμάνων, να συνεννοηθούμε! Αν διορθώνεται κάτι, να το διορθώσουμε, αν όχι, να φύγουμε εμείς οι ίδιοι». Με το που μίλησα έτσι, ακούστηκε ένα δυνατό «Πρρρρρ…!», σα να ήταν κάποιο αλητάκι, που όσοι το άκουσαν έμειναν έκπληκτοι. Εγώ θύμωσα και είπα: «Μπράβο, μπράβο, συγχαρητήρια για την αγνή σου φύση, το μυαλό και την αντίληψή σου! Πείτε μου αν στη δική σας τάξη δεν είναι πούστης όποιος κάνει ακριβώς τέτοιες αλητείες και παιδιαρίσματα!» Ακούστηκε άλλο ένα «Πρρρρ!», χίλιες φορές δυνατότερο από το προηγούμενο – και ακολούθησε ένα χαχανητό, ένας ήχος γέλιου που δεν περιγράφεται. Έγινα έξω φρενών! Είπα: «Ε εσύ, αν είσαι από τα άπιστα τζίνια έχει καλώς· αλλά αν είσαι από τα τζίνια που τη γνωστή νύχτα φωτίστηκαν με την ορθή πίστη από τον εξοχώτατο Μωάμεθ, ο Θεός μαζί του, ή από τα παιδιά τους, δηλαδή αν είσαι μουσουλμάνος και πιστός, σε κηρύσσουμε άπιστο τώρα, επειδή τρομοκράτησες το ιεροδικείο και τους ανθρώπους του! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είσαι άπιστος!». Αμέσως μου ήρθε στο σβέρκο μια τέτοια σφαλιάρα που έπεσα κάτω με το πρόσωπο. Λυσσασμένος από θυμό φώναξα: «Βρε καταραμένε, που να κρεμαστείς από το λαιμό, βρε άπιστε, βρε άθεε, θα σε κάνω να πληρώσεις, θα σου δείξω να τα βάζεις με τους ανθρώπους! Βρε φέρτε μου ένα μπρίκι νερό. Κάντε τον καθαρμό σας, να ξορκίσετε και να μαγέψετε αυτό τον τιποτένιο, να τον κάψετε με κόκκινο θειάφι, να του κάνετε μια τέτοια δουλειά που δεν έχει κάνει κανείς σε κανένα!».
Τότε μίλησε κάποιος, αόρατος, και είπε με άξεστη φωνή: «Εξοχότατε εφέντη, τι θυμώνεις και τι διαβάζεις ξόρκια; Η φυλή μας κάνει περισσότερα αστεία από τη φυλή των ανθρώπων. Και ο μπέης μας είναι νεαρός, είναι στην ηλικία που ακολουθεί τις επιθυμίες. Θέλησε λίγο να σας κάνει πλάκα. Συγχωρείστε τον, συγχωρείστε το κρίμα του. Σεβόμαστε το εδάφιο Τιμήσαμε τα παιδιά του Αδάμ, αφήστε τα ξόρκια, κάνετε λίγο υπομονή και δεχτείτε να είστε φανεροί σε εμάς γιατί εμείς δεν γίνεται να φανερωθούμε σε σας. Είμαστε από κείνους που πήραμε την πίστη από τον εξοχότατο Προφήτη. Είμαστε όλοι μας μουσουλμάνοι, δόξα τω Υψίστω Θεώ. Όπως θέλετε να μιλήσουμε, να δούμε τι θα γίνει. Δεν είναι ώρα για θυμό!». Ηρέμησα κι εγώ κάπου και είπα: «Έτσι λοιπόν! Ε μουσουλμάνε, ας είναι μαζί σου ο Ύψιστος Θεός! Κι εμείς αυτό θέλουμε από σας. Μακάρι να είχε γίνει αυτή η κουβέντα από πριν, να μην είχε γίνει αυτός ο τσακωμός. Πείτε λοιπόν τώρα ποιος είναι ο σκοπός σας, φανερώστε τι θέλετε.». Πάντα αόρατη, η φωνή είπε: «Πράγματι, το ζήτημα έχει όπως το είπε ο παλιατζής. Έχουμε έναν αρχηγό. Είναι ακόμα σουλτάνος νέος και άμυαλος. Ακόμα ασχολείται να γυρνάει και να γλεντάει κουβεντιάζοντας με τους φίλους του. Πράγματι, του άρεσε το σπίτι αυτού του ανθρώπου. Σε δύση και ανατολή έχει δει πολλούς τόπους, αλλά μόνο εδώ ευχαριστήθηκε. Η επιθυμία του τώρα είναι να βρίσκεται πάντα εδώ και να γλεντάει μοναχός. Να μη μείνει κανείς από τη φυλή των ανθρώπων σε αυτό το σπίτι, να κάθετε όποτε θέλει με τους δικούς του συντρόφους, να μην έχει τον μπελά των ανθρώπων. Αυτό που πρέπει να γίνει τώρα είναι ο παλιατζής να σηκωθεί να φύγει από αυτό το σπίτι, να μείνει άδειο από τη φυλή των ανθρώπων. Γιαυτό τόσο καιρό πετροβολούμε το σπίτι του παλιατζή. Είδε ότι ο παλιατζής δεν αποφασίζει να φύγει, άρχισε να πετροβολά και τα σπίτια των γειτόνων του, μπας και αυτοί θυμώσουν και διώξουν τον παλιατζή με το ζόρι.»
Αφού αποσαφηνίστηκε το ζήτημα, είπα στον παλιατζή: «Ορίστε, μουσουλμάνε, άκουσες την κατάσταση με τα ίδια σου τα αυτιά. Πρέπει να δράσεις ανάλογα, να πουλήσεις αυτό το σπίτι και να το αδειάσεις.» Εκείνος άρχισε να θρηνεί και να λέει: «Εγώ σε τούτο το σπίτι μένω τριάντα χρόνια τώρα! Είναι το σπίτι που μου άφησαν ο πατέρας μου κι ο παππούς μου. Πώς μπορώ να το πουλήσω! Και δεν μπορώ και να αγοράσω άλλο όπως λένε. Ας μου δώσουν τώρα μερικές χιλιάδες άσπρα αν είναι, να πάω κάπου να αγοράσω άλλο σπίτι.»
Συνέχισε ο αφηγητής:
Είπα λοιπόν κι εγώ: «Ορίστε, ακούσατε τα λόγια του παλιατζή. Πράγματι είναι φτωχός, δώστε του κι εσείς μερικές χιλιάδες ασπρούλια!» Η απάντηση ήρθε: «Εμείς δεν είμαστε ικανοί να πάρουμε χρήματα από τα χέρια ανθρώπων και να σας τα δώσουμε. Αυτό για μας είναι απαράδεκτο, δεν γίνεται. Δείξαμε τόση ευγένεια. Μας φτάνει να τον σκοτώσουμε. Ας φύγει αμέσως τώρα από το σπίτι, όσο είναι σώος και αβλαβής, ειδάλλως έτσι σκοτώνουμε τώρα όλους όσους κάθονται εδώ». Είπαν τότε και οι γείτονες στον παλιατζή: «Ή σηκώνεσαι και φεύγεις, ή θα σε σκοτώσουμε εμείς, όχι τα τζίνια!» και του όρμησαν. Ο παλιατζής, τι να κάνει, αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι. Έτσι τα δύο μέρη συμβιβάστηκαν και συμφιλιώθηκαν. Είδαμε τότε το εξής: σαν να κατέβηκε από τον ουρανό ένα στρωμένο τραπέζι, εμφανίστηκε μισό κόκκινο καρπούζι και μισό πεπόνι μέσα σε ένα πράσινο πορσελάνινο ταψί, και δίπλα τους δύο μαχαίρια, μακριά και λεπτά σαν βελόνες. Από τη στέγη ήρθε και τοποθετήθηκε μπροστά μας. Δεν ήταν και καιρός να βρεθεί πεπόνι και καρπούζι, ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν! «Στο όνομα του Θεού, ορίστε, φάτε πρώτα, δεν έχουμε κάτι άλλο να σας πούμε» ακούστηκε. Είπα κι εγώ να πω στον εξοχότατο μπέη μας να ορίσει να φάμε, να τους ευχαριστήσουμε. Όμως του μπέη του είχε φύγει το μυαλό! Τον κούνησα για να τον συνεφέρω: με δυσκολία τον επανέφερα στα συγκαλά του, και του είπα «Ορίστε να φάμε». Είπε: «Τι να φάω, κάνε μου τη χάρη και στείλε με αμέσως σπίτι. Μα το Θεό, μου έφυγε η ζωή, όσο ζω δεν ξανάδα τέτοια πράγματα. Πάει η αντρειοσύνη μου, κύλησε κι έφυγε! Δεν ξέρω τι μου συνέβη, από το φόβο μου κατουρήθηκα ή μου έφυγε ο ανδρισμός μου! Να χαρείς, για την ψυχή του πατέρα σου, σώσε με και πάρε με από δω!» Μάζεψα τη δύναμη της ψυχής μου, είπα το μπισμιλάχ, και πήρα το ένα μαχαίρι. Έκοψα πεπόνι και καρπούζι, έφαγα όσο ήθελα. Μετά είπα «Δόξα τω Υψίστω Θεώ», διάβασα τη φατιχά, πέρασα το χέρι στο πρόσωπό μου. Αμέσως το πράσινο ταψί ξανά σηκώθηκε από μπροστά μου, ανέβηκε ψηλά και χάθηκε από τα μάτια μας. Σηκωθήκαμε κι εμείς όλοι και πήγε ο καθένας στο σπίτι του. Και ο παλιατζής, πούλησε το σπίτι του για εφτά χιλιάδες άσπρα. Από εκείνη τη μέρα δεν ξαναέπεσε πέτρα, και οι μουσουλμάνοι ησύχασαν. Ο κακόμοιρος ο παλιατζής σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι, πήγε και πήρε σπίτι σε άλλο μέρος. Μέχρι που πέθανε έμεινε εκεί.
Λέει ωστόσο ο αφηγητής:
Αργότερα άκουσα ότι εκείνο τον φτωχό ξανά τον ενοχλούσαν και ότι για κάποιο διάστημα πετροβολούσαν και το σπίτι του εκεί. Η ιστορία που διηγήθηκα έγινε όπως την είπα.
Και διευκρίνισε ότι έγινε ακριβώς έτσι, χωρίς να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτα. Η ευθύνη ανήκει στον αφηγητή.