ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ (Β´Κυριακή Νηστειῶν)

7 Μαρτίου, 2026

Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

imagesCATTW07E

Σέ ἕναν ἀπό τούς Ψαλμούς διαβάζουμε τόν παρακάτω στίχο· «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι..» (Ψαλμ. 125, 5)12.

῎Αν στίς ἑβδομάδες τῆς προετοιμασίας πού πέρασαν, ἀντικρύσαμε νά καθρεφτίζεται στίς παραβολές ὅ,τι εἶναι ἄσχημο καί ἀνάξιο γιά μᾶς, ἄν σταθήκαμε μπροστά στό κριτήριο τῆς συνειδήσεώς μας καί τοῦ Θεοῦ, τότε ὄντως ἔχουμε σπείρει τή σωτηρία μας ἐν δάκρυσι.

Καί ὅμως, ὑπάρχει ἀκόμη χρόνος, διότι ἀκόμη κι ὅταν μπαίνουμε στόν καιρό τῆς συγκομιδῆς, ὁ Θεός μᾶς δίνει ἕνα περιθώριο· προχωρώντας πρός τή Βασιλεία, πρός τήν ῾Ημέρα τῆς ᾿Αναστάσεως, μποροῦμε ἀκόμη, κάθε στιγμή, μέ τήν προοπτική τῆς σωτηρίας, ἐνώπιον τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ, νά στρεφόμαστε πρός αὐτόν μέ εὐγνωμοσύνη καί συντριβή μαζί καί νά λέμε,

«῎Οχι, Κύριε! Μπορεῖ νά εἶμαι ὁ ἐργάτης τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, ἀλλά δέξου με, ὅπως τό ἔχεις ὑποσχεθεῖ!».

Τήν περασμένη Κυριακή ἑορτάσαμε τόν θρίαμβο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία διακήρυξε ὅτι νομιμοποιεῖται καί ἔχει τό δικαίωμα νά ἀπεικονίζει τή μορφή τοῦ Χριστοῦ· ἡ διακήρυξη δέν ἀφοροῦσε τήν τέχνη, ἀλλά ἦταν μιά βαθιά θεολογική ὁμολογία τῆς ᾿Ενσαρκώσεως.

῾Η Παλαιά Διαθήκη μᾶς ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός δέν ἀπεικονίζεται μέ κανένα τρόπο διότι εἶναι ἕνα ἀπύθμενο μυστήριο· δέν ἔχει οὔτε ὄνομα ἐκτός ἀπό τό μυστηριῶδες ὄνομα τό ὁποῖο γνωρίζει ὁ ῞Υψιστος ᾿Αρχιερεύς. Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως μάθαμε, καί γνωρίζουμε ἀπό ἐμπειρία, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ῎Ανθρωπος, ὅτι τό πλήρωμα τῆς Θεότητος κατοίκησε καί ἐξακολουθεῖ νά κατοικεῖ γιά πάντα ἐν σαρκί· ἄρα ὁ Θεός ἔχει ἕνα ἀνθρώπινο ὄνομα (᾿Ιησοῦς) καί ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀναπαρασταθεῖ σέ εἰκόνες.

Συνεπῶς, κάθε εἰκόνα εἶναι μία ὁμολογία τῆς βεβαιότητάς μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος· καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά ἐπιτύχει -μέ τρόπο τραγικό καί ἔνδοξο μαζί- τήν ὑπέρτατη ἀλληλεγγύη μ’ ἐμᾶς, νά γίνει ἕνας ἀπό μᾶς ὥστε νά γίνει ὁ καθένας μας ἕνα ἀπό τά παιδιά τοῦ Θεοῦ.

«Αὐτός ἐνηνθρώπισεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», ὅπως λέει καί ἡ Γραφή. Γι’ αὐτό ἤδη ἀπό τήν ἑβδομάδα πού μᾶς πέρασε μπορούσαμε νά εὐφραινόμαστε· καί ἐνῶ, μιά ἑβδομάδα πρίν, ἤδη προετοιμαζόμαστε νά συναντήσουμε αὐτό τό θαῦμα, αὐτό τό θάμβος τῆς ᾿Ενσάρκωσης, ἡ ᾿Εκκλησία μας, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ἔψαλλε τόν Κανόνα τοῦ Πάσχα·

Χριστός ᾿Ανέστη ἐκ νεκρῶν· διότι δέν πρόκειται γιά μία μελλοντική ὑπόσχεση, ἀλλά γιά μία παρούσα βεβαιότητα, μία ἀνοικτή πόρτα γιά νά εἰσέλθουμε διά τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς Θύρας, ὅπως ὀνομάζει τόν ῾Εαυτό Του, στήν αἰωνιότητα.

Σήμερα, μνημονεύουμε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἕναν ἀπό τούς μεγάλους ῾Αγίους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι στήν αἵρεση καί τήν ἀμφιβολία, διακήρυξε ἐκ τῶν ἔσω τήν ἐμπειρία τῶν ἀσκητῶν καί ὅλων τῶν πιστῶν· ὅτι δηλαδή ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα κτιστό δῶρο·

ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι πού ἐκφράζει τόν ῾Εαυτό Του σέ μᾶς, ὥστε πλημμυρισμένοι ἀπό τήν παρουσία Του καί ἔχοντας ὡς μοναδική προϋπόθεση τήν ἀποδοχή Του μέσα μας, νά ἀνοιχτοῦμε σταδιακά πρός Αὐτόν καί νά γίνουμε κάπως διαφανεῖς σ’ αὐτό τό Φῶς, καί σιγά σιγά, ὅλο καί πιό πολύ νά μετέχουμε στή Θεία φύση Του.

Αὐτό δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ὑπόσχεση ἀλλά μία βεβαιότητα καθώς ἔχει συμβεῖ σέ χιλιάδες χιλιάδων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, τούς ὁποίους ἐμεῖς τιμοῦμε ὡς ῾Αγίους·

ἔγιναν θείας φύσεως κοινωνοί καί ἀποτελοῦν γιά μᾶς μιά ἀποκάλυψη καί μιά σιγουριά γιά τό τί καλούμαστε νά εἴμαστε καί νά γίνουμε.

Σήμερα λοιπόν, κάνουμε ἄλλο ἕνα βῆμα πού μᾶς φέρνει στή χαρά καί τή δόξα τοῦ Πάσχα. Σέ ἄλλη μία ἑβδομάδα θά ὑμνήσουμε τόν Σταυρό· τόν Σταυρό πού ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν κακούργων καί ἔχει γίνει τό σημεῖο τῆς νίκης καί τῆς σωτηρίας.

Γιά μᾶς εἶναι τό σημάδι ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει μέτρο, δέν ἔχει ὅρια, εἶναι τόσο βαθιά ὅσο ᾿Εκεῖνος, ἀγκαλιάζει τά πάντα ὅπως ᾿Εκεῖνος καί εἶναι, ὄντως, ἡ νίκη της τόσο τραγική ὅπως καί ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τραγικός καί νικητής μαζί, Αὐτός πού ἐμπνέει τό δέος ἀλλά καί ἀκτινοβολεῖ τό ἱλαρό φῶς πού ψάλλουμε στόν ῾Εσπερινό.

῎Ας ἑτοιμαστοῦμε λοιπόν γιά τό ἑπόμενο γεγονός πού εἶναι ἡ θέα τοῦ Σταυροῦ· ἄς Τόν κοιτάξουμε κι ἄς δοῦμε σ’ αὐτόν τό σημεῖο τῆς θείας ἀγάπης, μιά νέα βεβαιότητα γιά τό ἐφικτό τῆς σωτηρίας μας·

κι ὅταν ὁ χορός θά ψάλλει -τούτη τή φορά πιό δυνατά- τόν Κανόνα τῆς ᾿Αναστάσεως, ἄς συνειδητοποιήσουμε ὅτι βῆμα πρός βῆμα ὁ Θεός μᾶς ὁδηγεῖ στή νίκη πού ᾿Εκεῖνος ἔχει κερδίσει, καί τήν ὁποία θέλει νά μοιραστεῖ μαζί μας.

Στή συνέχεια, θά προχωρήσουμε γιά νά ἀκούσουμε τόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τῆς Κλίμακος, πού διδάσκει πῶς νά δεχτοῦμε τή χάρη πού προσφέρει ὁ Θεός, πῶς νά γίνουμε ἄξιοί Του. Καί στό ἑπόμενο σκαλοπάτι θά δοῦμε τή νίκη τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί θά φθάσουμε στό κατώφλι τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος.

῎Ας μήν ξεχνᾶμε ὅτι τώρα εἴμαστε στήν περίοδο τῆς καινότητος, σέ μιά περίοδο πού μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ καί ἐμεῖς καλούμαστε νά τήν περιπτυχθοῦμε, νά ἀνταποκριθοῦμε μέ εὐγνωμοσύνη· μιά εὐγνωμοσύνη πού θά μᾶς κάνει νέους ἀνθρώπους, καί φυσικά χαρούμενους ἀνθρώπους.

Καί ἡ χαρά μας θά εἶναι μιά χαρά πού προσφέρει τά δάκρυά μας ὡς ἀπάντηση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μιά χαρά πού ἀποτελεῖ τήν ὑπεύθυνη ἀνταπόκρισή μας στή θεία ἀγάπη.

*

Σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ἰδιαίτερα ὅμως στίς περιόδους τῆς ἄσκησης καί τῆς περισυλλογῆς (ὅπως ἡ Σαρακοστή), πολλοί ἀπό μᾶς προσερχόμαστε στή Θεία Κοινωνία. Κι ὅμως, πολλές φορές οὔτε καταλαβαίνουμε βαθιά τί ἔχει συμβεῖ -δέν ἐννοῶ διανοητικά, ἀλλά μέ ὅλη τήν καρδιά καί τό εἶναι μας- οὔτε (ἀκόμα χειρότερα) φέρουμε τούς καρπούς πού θά ’πρεπε νά φέρουμε.

Δέν καταλαβαίνουμε πάντα ὅτι στή Θεία Κοινωνία γινόμαστε ἕνα μέ τόν Χριστό. Σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ καθαρή, τέλεια, ἀναμάρτητη ἀνθρωπότητά Του διεισδύουν μέσα μας κατά τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ καί διαπερνᾶ ἕνα ξίφος πού πυρακτώθηκε μέσα σ’ ἕνα καμίνι.

᾿Από κρύο μέταλλο πού ἦταν, ὅταν τό βγάλουμε ἔξω εἶναι ὅλο φωτιά, σέ τέτοιο βαθμό πού μποροῦμε τώρα νά κάψουμε μέ τό σίδερο καί νά κόψουμε μέ τή φωτιά.

Αὐτό συμβαίνει καί σ’ ἐμᾶς (ἔστω σπερματικά), ὅταν δεχόμαστε τή Θεία Κοινωνία. Γινόμαστε κοινωνοί τῆς ἀναμάρτητης, τέλειας καί καθαρῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ· καί αὐτή εἶναι ξέχειλη ἀπό τή θεία Του φύση καί οὐσία.

Αὐτό συμβαίνει κάθε φορά πού κοινωνοῦμε. Τό παίρνουμε εἴδηση; Μᾶς καταλαμβάνει ὄντως δέος; Δεχόμαστε τήν Κοινωνία μέ τήν αἴσθηση ὅτι ἔχουμε γίνει τώρα, μ’ ἕναν τρόπο ἄρρητο, σχεδόν ἀπίστευτο, ὅ,τι εἶναι ὁ Χριστός· ὄχι πλήρως, ὄχι σέ βαθμό τελειότητας, ἀλλά κατά ἕνα βαθμό πού συνεχῶς θά αὐξάνεται, ἄν συνεχίσουμε νά παραμένουμε πιστοί σ’ αὐτό πού μᾶς δίνεται;

᾿Αλλά ἄν ἔχουν πράγματι ἔτσι τά πράγματα, τότε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κινούμενα ἀπό θεία ἔμπνευση, ἀποτελοῦν ταυτόχρονα καί μία προειδοποίηση· ὅταν λέει ὅτι ὅσοι ἔχουν βαπτιστεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι κοινωνοῦν, εἶναι τόσο ἑνωμένοι μαζί Του, ὥστε ὅ,τι κάνουν συμβαίνει καί στόν ἴδιο τόν Χριστό, τότε ὅταν ἁμαρτάνουμε μέ τά λόγια, τά ἔργα ἤ τίς σκέψεις μας, εἶναι σάν νά ὑποβάλλουμε ὄχι μόνο τόν ἑαυτό μας ἀλλά καί τόν Χριστό στή ντροπή τῆς ἀποτυχίας μας.

῎Αν ὄντως πιστεύουμε ὅτι μέ τή Θεία Κοινωνία ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό μέ τόν τρόπο πού μᾶς τό περιέγραψε πιό πάνω ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τότε, πῶς πρέπει νά προετοιμαζόμαστε γι’ αὐτό; Μέ πόσο δέος καί εὐλάβεια θά πρέπει νά προσερχόμαστε!

᾿Αλλά καί πῶς ἐκ τῶν προτέρων θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ἐξετάζοντας τήν ψυχή μας, τή ζωή μας, τίς σχέσεις μας, καθετί πού μᾶς ἀφορᾶ, ὥστε νά ἀπορρίψουμε ὅ,τι δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί Του καί νά ἐνισχύσουμε τό ἐλάχιστο ἴσως πού μπορεῖ νά προσληφθεῖ ἀπό Αὐτόν!

Πῶς θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά αὐξηθοῦμε ἐν Χριστῷ, ὥσπου σταδιακά νά φθάσουμε σ’ αὐτό πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»!

᾿Αλλά καί ὅταν ἔχουμε λάβει τή Θεία Εὐχαριστία, πόσο προσεκτικά πρέπει νά πορευόμαστε, πόσο προσεκτικά νά βαδίζουμε στή ζωή μας, πόσο καθαρές πρέπει νά διατηροῦμε ὄχι μόνο τίς πράξεις μας, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό αὐτό πού ἔχουμε μέσα μας, ἀλλά καί τίς σκέψεις μας· οἱ κινήσεις τῆς καρδιᾶς μας πόσο ἅγιες πρέπει νά γίνουν!

῞Ολα αὐτά δέν μποροῦν νά γίνουν μέ μία κίνηση τῆς βουλήσεως ἤ τῆς ἐπιθυμίας μας, ἀλλά μέσα ἀπό τή διαρκή προσπάθεια νά εἴμαστε ἄξιοι τοῦ γεγονότος ὅτι γίναμε Σῶμα Χριστοῦ, καθένας χωριστά, ἀλλά καί ὡς κοινότητα. Κι αὐτό εἶναι ἐπίσης κάτι πού δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε· κοινωνός τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται ὁ καθένας ἀτομικά, ὡς ἐάν ἦταν ἀποκομμένος ἀπό τούς ἄλλους.

῞Ολοι οἱ ἐν Χριστῷ εἶναι ἕνα, καί διδασκόμαστε ὅτι τό ὅλο σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ σαρκωμένη παρουσία Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο· ἀτελής ναί, ἀλλά παρουσία.

Δέν εἴμαστε φῶτα οὔτε ὁ καθένας μας ξεχωριστά οὔτε ὅλοι μαζί· μποροῦμε ὅμως νά γίνουμε μία φλογίτσα, πού ἴσως ἁπλά νά τρεμοπαίζει, ἀλλά ταυτόχρονα νά κάνει καί λιγότερο πηχτό τό σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἀκυρώνοντας τήν παντοδυναμία του.

῎Ας προετοιμαζόμαστε λοιπόν γιά τήν Εὐχαριστία, ἐρευνώντας τή ζωή μας ἀπό κάθε ἄποψη καί ἀπορρίπτοντας ὅλα ὅσα μόνο νά καοῦν μποροῦν μέσα στή φωτιά τοῦ Χριστοῦ.

῎Ας καλοδεχθοῦμε τόν ἐρχομό Του καί ἄς Τοῦ ἐπιτρέψουμε νά εἰσχωρήσει μέσα μας ὅπως ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ στό σίδερο τῆς ψυχῆς, γιά τό ὁποῖο μιλᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος.

Καί κατόπιν, ἐάν ἔχουμε ἔστω καί λίγο κατανοήσει τί μᾶς συμβαίνει, ἄς εἶναι ἡ ζωή μας μιά πράξη εὐγνωμοσύνης, μιά μαρτυρία ὅτι ὁ Κύριός μας δέν ἔζησε καί δέν πέθανε μάταια, ὅτι ἄξιζε νά δώσει τόν ἑαυτό Του γιά μᾶς, ἄξιζε νά ὑποστεῖ τήν ταπείνωση νά κάνει ἐμᾶς δοχεῖα τῆς παρουσίας Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο.

῾Η εὐγνωμοσύνη θά ’πρεπε νά μᾶς παρακινήσει σέ μία ζωή περισσότερο ἄξια τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. ῎Ας στοχαστοῦμε πάνω σ’ αὐτά κατά τίς ἑβδομάδες πού ἔρχονται, πρίν ἀπό τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, ὥστε νά μποῦμε στήν περίοδο τῶν Παθῶν προετοιμασμένοι νά μοιραστοῦμε μαζί Του τόν δρόμο τοῦ Σταυροῦ·

νά παραιτηθοῦμε ἀπό καθετί πού Τόν φόνευσε, Τόν ταπείνωσε, Τόν πρόδωσε, καί νά εἰσέλθουμε μαζί Του στήν αἰώνια ζωή!

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, πορεία ἀπό τό Τριώδιο στήν Ἀνάσταση

Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»

Στὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας

1 Μαρτίου, 2026
pantocrator[1]

Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος

«Αὔτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν»(Α΄ Ἰω. 5, 5)

…Ἡ κύρια νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία σήμερα προβάλλει μπροστὰ μας εἶναι ἡ νίκη κατὰ τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ διαμάχες γιὰ τὶς εἰκόνες κράτησαν πάνω ἀπὸ διακόσια χρόνια.

Οἱ εἰκονομάχοι ἦταν οἱ ἐσωτερικοὶ ἐχθροί της Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖοι ἦταν πάντοτε καὶ οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν στὰ χέρια τοὺς δύναμη κοσμικὴ ἢ ἐξουσία ἐκκλησιαστική.

Πολλοὶ ἦταν βασιλεῖς ἢ πρίγκιπες, πολλοὶ αὐλικοὶ εὐνοῦχοι, δεινοὶ δολοπλόκοι καὶ σύμβουλοι αὐτοκρατορικοί. Οἱ τάξεις τους ἐνισχύθηκαν ἰδιαίτερα ἀπὸ πολλοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχούς, ἀκόμα καὶ αἱμοβόρους ἐπισκόπους καὶ ἐπιβαλλόμενους πατριάρχες.

Ἂς εἶναι εὐλογημένη τούτη ἡ μέρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιατί μᾶς ὑπενθυμίζει τὶς πολυάριθμες νίκες τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Εὐλογημένοι ἂς εἶναι ἐκεῖνες οἱ ἅγιες ψυχὲς ποὺ ἐθέσπισαν τούτη τὴ μέρα γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὶς πολυάριθμες νίκες τῆς πίστης μας. Ἔτσι ἔγινε γιὰ τὸ δικό μας καλό. Ἐπειδή, ἐνθυμούμενοι τὶς νίκες, παίρνουμε θάρρος στοὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγουμε καὶ σὲ ͗κείνους ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν.

Ἀποτελεῖ ἀρχαία συνήθεια τῶν στρατηγῶν, πρὶν ἀπὸ τὴ μάχη νὰ ἀπευθύνουν λόγο στοὺς μαχητὲς γιὰ τὶς πρότερες νίκες καὶ ἔτσι νὰ τοὺς ἐνθαρρύνουν καὶ ἐνθουσιάζουν γιὰ τὴ νέα μάχη. Οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ πνευματικοί μας στρατηγοί.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ καθόρισαν τὴ σημερινὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει καὶ νὰ μὴν ξεχνοῦμε, γιὰ νὰ μᾶς ἐνθαρρύνει καὶ νὰ μὴν λυγίζουμε, γιὰ νὰ μᾶς θερμαίνει καὶ νὰ μὴν γινόμαστε ψυχροί, γιὰ νὰ ἀνοίξει τὴν πνευματική μας ὅραση καὶ νὰ μὴν τυφλωθοῦμε καὶ μέσα στὴ τύφλωση ἐκείνη παραδοθοῦμε στὸν ἐχθρό.

Πραγματικά, ἡ ἐπίδραση τούτης τῆς ἁγίας ἡμέρας σὲ ὅλες τὶς λογικὲς χριστιανικὲς ψυχὲς εἶναι τεράστια. Τούτη ἡ μέρα μᾶς φανερώνεται σὰν τὸν ἀγγελιοφόρο ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης, ἀπὸ πολλὰ πεδία μαχῶν, κομίζοντάς μας τὴ χαρούμενη εἴδηση τῆς νίκης.

Στὸ ἄκουσμα τῆς εἴδησης αὐτῆς, σηκώνουμε τὴν καρδιά μας στὰ ὕψη μονολογώντας στὸν ἑαυτό μας: ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας! Καὶ μὲ μία νέα δύναμη ξεσηκωνόμαστε ἐνάντια σὲ κάθε κακό, ἐσωτερικὸ καὶ ἐξωτερικό, τὸ ὁποῖο περισφίγγει τὴ ψυχή μας καὶ ἀπειλεῖ νὰ τὴ πνίξει.

Ἀκούγοντας γιὰ τοὺς φοβεροὺς ἀγῶνες καὶ τὶς νίκες τῶν ὁμωνύμων μας χριστιανῶν, ὅσων δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς ὀνομαζόταν Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ περιζωνόμαστε μὲ νέα δύναμη καὶ νέα ἐλπίδα.

Ἔτσι, ἡ ὀμιχλώδης πνευματική μας ὅραση γίνεται καθαρότερη καὶ εὐκρινέστερη καὶ βλέπουμε καλύτερα τὴ θέση καὶ τὴ κατάστασή μας. Ὅλα τὰ ἐμπόδια, οἱ δυσκολίες καὶ οἱ στενοχώριες ποὺ στὴν ὀμιχλώδη καὶ κοντόφθαλμη ὅρασή μας ἔμοιαζαν μὲ ἀτσάλινο δίχτυ, μπροστὰ στὸ καθαρό μας βλέμμα καὶ τὴ θαρραλέα καρδιὰ μοιάζουν μὲ ἱστὸ ἀράχνης.

Ἔτσι, ἔχοντας νέους καὶ πολλοὺς συμμάχους ἀνάμεσα στοὺς νικητὲς τοῦ παλαιοῦ καιροῦ καὶ θεωρώντας τὸ παράδειγμά τους στὴ μάχη καὶ τὴ λαμπρή τους νίκη, προχωροῦμε ἐμπρὸς στὸ καθῆκον καὶ τὴ θυσία μας μὲ μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη καὶ φωτεινότερη ἐλπίδα.

Μὰ καὶ οἱ ὑπόλοιπες μέρες στὸ ἡμερολόγιό μας δὲν μᾶς ὑπενθυμίζουν νίκες καὶ νικητές; θὰ μὲ ρωτήσετε. Εὔλογη ἡ ἀπορία σας ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. Πραγματικά, ὅλες οἱ μέρες τοῦ χρόνου μᾶς ὑπενθυμίζουν νίκες καὶ νικητὲς χριστιανούς. Στὸ ἡμερολόγιο ἔχουν καταχωρηθεῖ μονάχα τὰ ὀνόματα τῶν νικητῶν.

Κάποιες μέρες μᾶς ὑπενθυμίζουν τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς δικαίους, τοὺς νικητὲς τῆς ἀδικίας καὶ τοῦ ψεύδους στὴ Π. Διαθήκη. Ἄλλες μέρες μᾶς ὑπενθυμίζουν τοὺς Ἀποστόλους – νικητὲς τῶν λαῶν καὶ τῶν φυλῶν τῆς εἰδωλολατρίας.

Ἄλλες μέρες πάλι, μᾶς ὑπενθυμίζουν τοὺς μάρτυρες, τοὺς νικητὲς τοῦ πυρός, τοῦ ξίφους, τῶν ἀγρίων θηρίων καὶ ὅλης της ἀνθρωπίνης κακίας. Κάποιες μέρες μᾶς ὑπενθυμίζουν τοὺς μεγάλους πνευματικοὺς καὶ νηστευτὲς – νικητὲς τῶν σωματικῶν παθῶν καὶ τῆς πλεκτάνης τοῦ διαβόλου.

Ἄλλες μέρες μᾶς ὑπενθυμίζουν τοὺς θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ποιμένες καὶ διδασκάλους τῆς οἰκουμένης – νικητὲς ὅλων τῶν ἀτάκτων στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, νικητὲς τῆς ἀγνοίας καὶ τῆς πλάνης τῶν ἀνθρώπων.

Ἄλλες μέρες πάλι μᾶς ὑπενθυμίζουν τὴν Ἁγία Θεομήτορα, τὴν ἐκλεκτὴ στρατηγό, τὴν κεχαριτωμένη νικηφόρο ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποία ἐνίκησαν τὴν Εὕα μέσα στὸ Παράδεισο.

Κάποιες μέρες μᾶς ὑπενθυμίζουν τοὺς εὐλαβεῖς βασιλεῖς μὲ τὶς βασίλισσες – νικητὲς τῆς ματαιότητας καὶ τῆς παρανοϊκῆς φιλαυτίας, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ὅλη τὴν αἴγλη καὶ τὴν ἐξουσία τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλες πάλι μᾶς ὑπενθυμίζουν τὰ θαύματα τοῦ Τιμίου Σταύρου τοῦ Χριστοῦ, τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Του, τῶν ἐνδυμάτων καὶ εἰκόνων τῶν Ὀρθοδόξων Τροπαιοφόρων, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν τοῦ Χριστοῦ.

Κάποιες μέρες μᾶς ὑπενθυμίζουν τὶς οὐράνιες ἀσώματες δυνάμεις, τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων νικητῶν ὅλων τῶν ἀντιπάλων του Ζῶντος καὶ Μόνου Θεοῦ. Μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαριθμήσω καὶ τὶς ἡμέρες τῶν δικαίων τοῦ Χριστοῦ; Μήπως δὲν εἶναι ὅλες οἱ μέρες δικές Του; Δὲν εἶναι ὅλοι οἱ παραπάνω νικητές, δικοί Του στρατιῶτες – τὸ δικό Του νικηφόρο βασιλικὸ στράτευμα;

Ἔτσι λοιπόν, ὅλες οἱ μέρες τοῦ ἔτους μᾶς ὑπενθυμίζουν τὶς νίκες, τοὺς ἥρωες, τοὺς ἀγῶνες καὶ τοὺς κόπους, τοὺς νικητές. Καμία μέρα τοῦ ἡμερολογίου μας δὲν ἔχει σπιλωθεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰούδα, τοῦ Καϊάφα, τοῦ Πιλάτου ἢ τοῦ Ἡρώδου.

Οἱ ἡττημένοι ἀπὸ τὸ Σατανᾶ δὲν ἐγγράφονται στὴ βίβλο τῶν ζώντων μὰ στὸ βιβλίο τοῦ αἰωνίου θανάτου. Σὰν ξημερώνει κάποια μέρα τοῦ Θεοῦ, ὁποιαδήποτε μέρα τοῦ ἔτους, μᾶς ὑπενθυμίζει κάποιον νικητὴ τοῦ Χριστοῦ ἢ αὐτὸν τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, τὸν Νικητὴ τῶν νικητῶν καὶ Βασιλέα τῶν βασιλευόντων.

Τούτη ἡ μέρα ὅμως, τούτη ἡ Κυριακή της Ὀρθοδοξίας, μᾶς ὑπενθυμίζει, ὄχι μία νίκη ἢ ἕναν νικητὴ ἀλλὰ τὴ μακρὰ ἁλυσίδα ἀπὸ νίκες καὶ ὁλόκληρο στράτευμα ἀπὸ νικητές. Πρόκειται γιὰ τὶς νίκες τῆς Ἐκκλησίας σὰν ὁλότητα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκεῖνος ὁ νικητὴς ποὺ σήμερα θυμόμαστε καὶ τιμοῦμε

Ἡ κύρια νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία σήμερα προβάλλει μπροστὰ μας εἶναι ἡ νίκη κατὰ τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ διαμάχες γιὰ τὶς εἰκόνες κράτησαν πάνω ἀπὸ διακόσια χρόνια.

Οἱ εἰκονομάχοι ἦταν οἱ ἐσωτερικοὶ ἐχθροί της Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖοι ἦταν πάντοτε καὶ οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν στὰ χέρια τοὺς δύναμη κοσμικὴ ἢ ἐξουσία ἐκκλησιαστική.

Πολλοὶ ἦταν βασιλεῖς ἢ πρίγκιπες, πολλοὶ αὐλικοὶ εὐνοῦχοι, δεινοὶ δολοπλόκοι καὶ σύμβουλοι αὐτοκρατορικοί. Οἱ τάξεις τοὺς ἐνισχύθηκαν ἰδιαίτερα ἀπὸ πολλοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχούς, ἀκόμα καὶ αἱμοβόρους ἐπισκόπους καὶ ἐπιβαλλόμενους πατριάρχες.

Σύμφωνα μὲ τὸν διεστραμμένο νοῦ καὶ τὴν ἀπολιθωμένη τους καρδιά, ἀνακήρυξαν τὶς εἰκόνες σὲ εἴδωλα καὶ τὴν εἰκονολατρεία ὡς εἰδωλολατρία. Μέσα στὴν ἔπαρση καὶ τὸ μένος τοὺς πέταξαν τὶς εἰκόνες ἔξω ἀπὸ τοὺς ναούς, τὶς ἔριχναν στὴ θάλασσα, τὶς ἔσπαζαν καὶ τὶς ἔκαιγαν.

Τὸ ἴδιο ἔπρατταν καὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Ἀποστόλων. Στὸ τέλος, δὲ δίστασαν νὰ πετάξουν ἀπὸ τοὺς ναοὺς καὶ τὰ λάβαρα μὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸ σπουδαιότερο νικηφόρο σημεῖο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀπὸ τὸν χριστιανικὸ ναὸ ἔφτιαξαν μία κενὴ καὶ ἔρημη αἴθουσα ὅπου δὲν ἔβλεπες τίποτε πέρα ἀπὸ γυμνοὺς ἀσβεστωμένους τοίχους.

Ἀπὸ ὅλα τὰ κοσμητικὰ στοιχεῖα καὶ ἀντικείμενα στὸ ναὸ τὰ ὁποία παριστοῦν συμβολικὰ τὸ μεγαλειῶδες δράμα τῆς ἐξαγορᾶς μας δὲν ἄφησαν τίποτε – τίποτε πέρα ἀπὸ ἀσβέστη καὶ ἀνθρώπινη φωνή.

Ἡ ἐκκλησία ἔμοιαζε μὲ κενοτάφιο ὅπου ἡ ταλαίπωρη ἀνθρώπινη ψυχὴ ἔνοιωθε μόνη καὶ ἀβοήθητη, ἀγωνιζόμενη μόνη της, δίχως κάποια κλίμακα καὶ ὑποστήριξη, νὰ ἀνυψωθεῖ ἀπὸ τὴ σκόνη τῆς γῆς στὰ ἀτελεύτητα ὕψη τοῦ Θεϊκοῦ θρόνου τῶν οὐρανῶν, στὴ κορφὴ τοῦ βασιλείου τῆς αἰωνιότητος.

Ἐνάντια σὲ μία τέτοια ἀσύνετη ἐρήμωση καὶ πτώχευση τῶν χριστιανικῶν ναῶν ἐξανέστησαν ὅλοι οἱ μεγάλοι καὶ ἐμπνευσμένοι πνευματικοὶ μέσα στὴν ἀχανῆ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία καὶ κατόπιν καὶ σὲ ἄλλα ὀρθόδοξα βασίλεια.

Στὸ πλευρὸ τους στεκόταν καὶ ὁλόκληρος ὁ ὀρθόδοξος λαὸς ὁ ὁποῖος ἔνοιωθε, μὲ τὴ καρδιά του, μολονότι δὲν ἤξερε νὰ ἐκφράσει τὸ συναίσθημα μὲ λόγια, πὼς οἱ εἰκόνες ἀποτελοῦν ἕνα ἐξαιρετικὸ βοηθητικὸ μέσον γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν προσευχομένων. Σὰν ἄλλο σκαλοπάτι τὸ ὁποῖο ὑψώνει τὴν ψυχὴ στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατέρχεται ἡ ἀρωγή, ἡ παρηγορία καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὶς ψυχές.

Εἶμαι βέβαιος, ἀδελφοί μου, ὅτι καὶ οἱ δικές σας καρδιὲς νοιώθουν τὸ ἴδιο. Ὅταν προσκυνεῖτε τὶς εἰκόνες τῶν Ἁγίων, δὲν ὑποκλίνεστε στὸ ξύλο καὶ τὸ χρῶμα τοῦ ξύλου ἀλλὰ σὲ ζῶντες Ἁγίους οἱ ὁποῖοι λάμπουν ὡς ὁ ἥλιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Μτ. 13, 43).

Ὅταν ἀσπάζεστε τὶς εἰκόνες τῶν μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, ἀσπάζεστε τὶς πληγὲς καὶ τὰ παθήματά τους γιὰ χάρη τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ.

Ὅταν ἀγγίζετε μὲ τὸ χέρι σας τὶς εἰκόνες τῶν ὁσίων ἀσκητῶν καὶ ἐγκρατευτῶν, δὲν ἀγγίζεται τὸ σανίδι ἀλλὰ τοὺς κόπους καὶ τὶς ἀρετές τους.

Ὅταν κλαίετε ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, δὲν θρηνεῖται μπροστὰ σὲ ἕνα νεκρὸ κομμάτι ξύλου ἢ πανιοῦ ἀλλὰ κλαίετε ἐνώπιον τῆς ζωντανῆς καὶ σπλαχνικῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία βλέπει ἀπὸ τὴ Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ της τὰ δάκρυά σας καὶ σπεύδει σὲ βοήθεια.

Ὅταν συστέλλεσθε μπροστὰ στὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, δὲν τὸ κάνετε μπροστὰ σὲ νεκρὰ ἀντικείμενα ἀλλὰ μπροστὰ στὰ πνεύματα τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ φωτός, στοὺς ἀσωμάτους καὶ ἰσχυροὺς στρατιῶτες καὶ ὑπηρέτες τοῦ Ζῶντος Θεοῦ.

Ὅταν ἀσπάζεστε τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, δὲν τὸ κάνετε σὰν νὰ εἶναι ἕνα ἀντικείμενο ἀλλὰ ἀσπάζεστε τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία φανερώθηκε στὰ παθήματά Του γιὰ σᾶς ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Ἀσπάζεστε τὴν ὥρα ἐκείνη, τὸ ἰσχυρότερο σύμβολο νίκης ἀπὸ τὸ ὁποῖο οἱ δαίμονες τρέμουν καὶ φεύγουν, αὐτὸ ποὺ δίνει θάρρος στὴ πληγωμένη καρδιὰ καὶ παρηγορία στὴ ταλαίπωρη ψυχή.

Τὸ σῶμα σας ὑποκλίνεται στὶς εἰκόνες ἐνῶ ἡ ψυχὴ σὲ αὐτοὺς ποὺ εἰκονίζονται σὲ αὐτές. Τὸ στόμα σας τὶς ἀσπάζεται μὰ ἡ ψυχὴ ἀσπάζεται τὶς ψυχὲς τῶν δοξασμένων ἁγίων στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τὰ μάτια σας βλέπουν τὸ ξύλο καὶ τὸ χρῶμα ἀλλὰ τὰ πνευματικά σας μάτια ἀτενίζουν ζωντανὰ πρόσωπα στὸ βασίλειο τῶν πνευμάτων.

Γιὰ τοὺς εἰκονομάχους, οἱ εἰκόνες ἀποτελοῦσαν πραγματικὰ εἴδωλα, ἀφοῦ ἔβλεπαν ἐπάνω τους μονάχα τὸ ξύλο καὶ τὸ χρῶμα ἀδυνατώντας νὰ ἀνυψωθοῦν σὲ πνευματικὴ ἐνατένιση τῶν ζωντανῶν ὑπάρξεων, τῶν ἀθανάτων πνευμάτων ποὺ εἰκονίζουν οἱ εἰκόνες. Ὅποιος μονάχα μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμοὺς κοιτᾶ, αὐτὸς καὶ βλέπει σωματικά.

Γι’ αὐτό, γιὰ ἕνα τέτοιον ἄνθρωπο, διαφεύγει ἡ πνευματικὴ σημασία τῆς εἰκόνος, τοῦ μοιάζει ἀνόητο καὶ ἀκατανόητο ἐπειδὴ μόνο πνευματικὰ μπορεῖ νὰ ἰδωθεῖ κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. 2).

Μὰ ἀντὶ νὰ ντρέπονται γιὰ τὴν ἀδυναμία κατανόησης οἱ εἰκονομάχοι ἐξανέστησαν ὑπεροπτικὰ γιὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἔλλειψη κατανόησής τους σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Μέσα ἀπὸ τὶς εἰκόνες ἐπιβεβαιώνουμε τὴν πραγματικότητα τῶν Ἁγίων τὰ ζωντανὰ πρόσωπα. Ὅ,τι δὲν εἶναι ἀληθινό, δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ εἰκονίζεται οὔτε καὶ νὰ φωτογραφίζεται. Εἶναι γνωστὸ πὼς στὴν Ἰνδία οἱ φακίρηδες σαγηνεύουν τοὺς ἀνθρώπους δείχνοντάς τους διάφορα σημεῖα καὶ ἀπάτες.

Αὐτὰ ὅμως εἶναι μονάχα φαινόμενα καὶ ἀπάτες δίχως τὴν ἀντικειμενικὴ ὕπαρξη ὄντων. Οἱ φωτογράφοι προσπάθησαν νὰ φωτογραφήσουν αὐτὰ τὰ φαινόμενα ἀλλὰ οἱ φωτογραφικές τους πλάκες δὲν μπόρεσαν νὰ συλλάβουν καὶ νὰ δείξουν τίποτε. Οἱ πλάκες παρέμειναν κενὲς καὶ γυμνές, ὅπως κενὰ καὶ γυμνὰ εἶναι καὶ τὰ γητεύματα τῶν φακίρηδων.

Οἱ δικοί μας Ἅγιοι ὅμως εἶναι πραγματικὲς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ποὺ ἔζησαν μὲ τὴ παρότρυνση καὶ ἐνθάρρυνση νὰ βαδίσουμε καὶ ἐμεῖς τὸν δικό τους δρόμο, νὰ ἔχουμε τὴ σταθερότητα τῆς πίστης τους, νὰ καλλιεργοῦμε ἐντὸς μας τὶς ἀρετές τους, νὰ ξεδιψοῦμε μὲ τὴν ἀφοβία τοὺς μπροστὰ στὰ παθήματα καὶ τὶς θλίψεις καὶ νὰ θυσιαζόμαστε ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο.

Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν θὰ γεμίσει μὲ φαντασίες καὶ ὁράματα ἀλλὰ μὲ ζωντανοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀντάξιοί της. Εἴμαστε καὶ ἐμεῖς ὅλοι καλεσμένοι στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ ὅλοι μας ποθοῦμε νὰ κερδίσουμε αὐτὴ τὴ βασιλεία τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός, ὅσο τίποτε ἄλλο στὸ κόσμο.

Μὲ τέτοια ἐπιθυμία ὑψίστη ἀτενίζουμε τὶς εἰκόνες τῶν Ἁγίων καὶ διδασκόμαστε τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία ἐκείνη. Στὰ πρόσωπα ὅλων τῶν Ἁγίων διαβάζουμε τὴν ταπείνωση, τὴν ἀξιοπρέπεια, τὸ βάθος τῆς σκέψεως, τὴν σοβαρότητα, τὴν εἰρήνη, τὴν γλυκύτητα, τὴν ἁγνότητα, τὴν σωφροσύνη καὶ τὴ καθαρότητα τῆς ψυχῆς.

Ἀτενίζοντάς τους, διδασκόμαστε γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ εἴμαστε καὶ οἱ ἴδιοι. Εἶναι οἱ πνευματικοί μας γεννήτορες, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές μας. Ὅταν λοιπόν, θεωροῦμε ὠφέλιμο νὰ στολίζουμε τὰ σπίτια μας ἀπὸ ἀγάπη καὶ σεβασμό, μὲ φωτογραφίες τῶν σαρκικῶν μας γονέων καὶ ἀδελφῶν γιατί δὲν θὰ ἦταν ὠφέλιμο τὸ νὰ κοσμοῦμε τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς εἰκόνες τῶν τέκνων Του, τῶν ἐκλεκτῶν Του παιδιῶν, τῶν συγγενῶν του Θεοῦ κατὰ τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς τους ἀλλὰ καὶ δικῶν μας συγγενῶν κατὰ τὰ σωματικὰ παθήματα, κατὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα;

Ἰδιαίτερα ἐμεῖς, οἱ ἀγροτικοὶ λαοὶ τῶν Βαλκανίων, ἔχουμε περισσότερους λόγους νὰ εὐχαριστοῦμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Ὑπόδουλοι τῶν Τούρκων γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες, οἱ λαοί μας δὲν εἶχαν σχολεῖα καὶ μόρφωση.

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, μόλις ποὺ κάποιος γνώριζε νὰ διαβάζει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ νὰ διδαχτεῖ τὴ διδασκαλία τῆς σωτηρίας. Εὐτυχῶς ὅμως, ἡ ἀνάγνωση ἀντικαταστάθη ἀπὸ τὴν ἐνατένιση.

Ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τὴν Ἁγία Γραφὴ ἁγιογραφημένη στὶς εἰκόνες καὶ τοὺς ναούς. Ἔβλεπαν τὴν ἱστορία τοῦ Σωτῆρος μας, τοὺς βίους τῶν Ἁγίων, τῶν ἡρώων του Χριστοῦ. Περισσότερο μὲ τὰ μάτια παρὰ μὲ τὰ αὐτιὰ γνώριζαν ἐκεῖνοι τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς καὶ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας.

Κράτησαν ἔτσι τὴν πίστη τους καὶ ἔσωσαν τὶς ψυχές τους. Γι’ αὐτὸ ἂς προσκυνήσουμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ ἂς εὐχαριστήσουμε τὴν ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία πέρα ἀπὸ τὸν λοιπὸ πνευματικὸ πλοῦτο ποὺ χάρισε στὴν Ὀρθοδοξία, ἐκόσμησε τὴν Ἐκκλησία μας μὲ τὶς εἰκόνες.

Ὁ Ἴδιος ὁ Ὕψιστος Θεὸς τεκμηρίωσε τὴ διατήρηση τῶν εἰκόνων στοὺς ναοὺς καὶ τοὺς οἴκους μὲ τὴ θαυμαστή Του δύναμη, τὴν ὁποία συχνὰ ἐπέδειξε καὶ σήμερα ἐπιδεικνύει μέσω αὐτῶν, μέσω δηλαδὴ τῶν εἰκόνων τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ του Μονογενοῦς, τῆς Ἁγίας Θεομήτορος καὶ τῶν ἀναρίθμητων Ἁγίων καὶ ἀγγέλων Του.

Ὅσοι ἐναντιώθηκαν στὶς εἰκόνες, στὴν οὐσία ἐναντιώθηκαν στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στὸ τέλος ἔπεσαν καὶ χάθηκαν στὴ θύελλα τῆς εἰκονομαχίας ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν προκαλέσει. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὅμως ἐμπλουτίστηκε μὲ μίαν ἀκόμα νίκη τὴν ὁποία ἐμεῖς σήμερα τιμοῦμε καὶ γιὰ τὴν ὁποία εὐχαριστοῦμε εἰλικρινὰ τὸν Θεό.

Εἴθε ἡ σημερινὴ φωτεινὴ μέρα νὰ μᾶς ὑπενθυμίζει καὶ ὅλες τὶς ἄλλες ἀναρίθμητες νίκες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Πρῶτοι οἱ Ἑβραῖοι ξεσηκώθηκαν ἐναντίον αὐτῆς τῆς πίστης. Ὁ ἀγώνας κράτησε μερικὲς δεκάδες χρόνια. Διασκορπίστηκαν σὰν τὸ ἄχυρο σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ὁ οἶκος τοὺς ἀφέθη ἔρημος καθὼς τοὺς τὸ εἶχε προφητεύσει ὁ Σωτήρας λέγοντας. «ἰδού, ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Μτ. 23, 38). Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ νίκη στὰ χέρια τῆς ἀντιστάθηκε σὲ ἄλλους ἐχθρούς.

Αὐτοὶ οἱ ἐχθροὶ ἦταν οἱ μανιασμένοι Ρωμαῖοι. Ὁ πόλεμος τῶν ρωμαίων αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, κράτησε κάποιες ἑκατοντάδες χρόνια. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὁλόκληρη βουτηγμένη στὸ αἷμα τῶν μαρτύρων. Μὰ στὸ τέλος, ὁ πόλεμος ἔληξε μὲ τὴν καταστροφὴ τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους καὶ τὴ νίκη τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Μὲ τὴ νέα της νίκη στὰ χέρια, στάθηκε ἡ Ἐκκλησία ἐνάντια στὸν νέο της ἐχθρό, στοὺς Ἄραβες μουσουλμάνους καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες Πέρσες, Ἀρμενίους, Σαρματούς, Εὐρωπαίους καὶ Ἀφρικανούς. Καὶ πάλι, ὁ ἀγώνας κράτησε μερικοὺς αἰῶνες, μαζὶ καὶ τὰ δεινὰ καὶ τὰ πάθη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ.

Κέρδισε ἡ Ἐκκλησία μας τὴ νίκη καὶ μ’ αὐτὴν στὰ χέρια στάθηκε ἡρωικὰ ἀπέναντι στοὺς νέους ἐχθρούς.

Αὐτοὶ ἦταν οἱ Τοῦρκοι στὴν Ἀσία, Ἀφρικὴ καὶ στὰ Βαλκάνια καθὼς οἱ Μογγόλοι στὴν ὀρθόδοξη Ρωσία. Καὶ πάλι μαρτύρια καὶ θλίψεις – τώρα γιὰ πολλὲς ἑκατοντάδες χρόνια. Μὰ καὶ πάλι ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία κατάφερε τὴν νίκη. Οἱ ἐχθροί της σὰν ἄλλη μακρόχρονη πλημμύρα ἐξηράνθησαν καὶ ἐκείνη, σὰν ἄλλη Κιβωτὸς τοῦ Νῶε, σώθηκε καὶ ἔφτασε στὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλευθερία.

Στοὺς καιροὺς τῶν πολλῶν καὶ συχνῶν κατακτήσεων, ἡ Ὀρθοδοξία ὑπέφερε ἀπὸ ἐχθροὺς ἐξωτερικοὺς ἐνῶ στὸ καιρὸ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ ἐχθροὺς ἐσωτερικούς. Ἀπὸ αὐτοὺς ἀναφέραμε τοὺς εἰκονομάχους μὰ ὑπῆρξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν αἱρετικὴ καὶ ἐγωιστικὴ διδαχή τους, ἔφεραν σύγχυση μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ κατέτρωγαν ἐκ τῶν ἔσω τὰ σπλάχνα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ.

Κάποιοι αἱρετικοὶ ἀρνοῦνταν τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐνῶ ἄλλοι τὴν Θεϊκή. Κάποιοι ἀρνοῦνταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἄλλοι τὴν Ἁγία Θεοτόκο. Ὅλοι τους ἀρνοῦνταν καὶ μία ἀλήθεια τῆς ὑποστηρίζοντας κάποιο ψεῦδος.

Εἶναι τὸ κοινό τους χαρακτηριστικό. Κάποιοι, ἀπὸ φιλοδοξία ἀγωνιζόταν γιὰ τὰ πρωτεῖα καὶ ἄλλοι πάλι ἀπὸ φιλαυτία, προκαλοῦσαν μεγάλες ταραχὲς καὶ σχίσματα γιὰ ἀσήμαντα ζητήματα.

Ἡ Ἐκκλησία ἔπρεπε νὰ ἀμυνθεῖ νὰ πολεμήσει καὶ νὰ πάθει. Δὲν ὑπάρχει ἀδελφοί μου μεγαλύτερος μάρτυρας στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Μὰ οὔτε καὶ μεγαλύτερος καὶ ἐνδοξότερος νικητής. Νίκησε ὅλους τους αἱρετικούς, ξερίζωσε ὅλες τὶς αἱρέσεις, διατήρησε τὴν καθαρότητα τῆς διδαχῆς τοῦ Χριστοῦ, διεφύλαξε τὴν ἱερότητα τῆς ἀποκάλυψης καὶ τῆς παράδοσης. Ἔτσι, σὰν ἁγνὴ καὶ ἁγία νύμφη τοῦ Χριστοῦ, ἔφτασε μέχρι ἐμᾶς βαδίζοντας τὸν ἀκανθώδη ἀλλὰ ὀρθὸ καὶ νικηφόρο δρόμο της.

Ἀλήθεια, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἡ πίστη μας εἶναι ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμο. Αὐτὴ ἡ συγκεκριμένη μέρα καθορίστηκε κάθε χρόνο γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει ἀκριβῶς τὸ νὰ μὴν λησμονοῦμε, νὰ μᾶς ἐνθαρρύνει γιὰ νὰ μὴν γινόμαστε μαλθακοί, νὰ μᾶς θερμαίνει μὲ τὴν ἐλπίδα γιὰ νὰ μὴν ψυχραθοῦμε, νὰ καθαρίσει τὴν πνευματική μας ὅραση γιὰ νὰ βλέπουμε καθαρὰ καὶ νὰ κοιτᾶμε Ἐκεῖνον ποὺ ἀοράτως μάχεται γιὰ τὴν Ἐκκλησία Του καὶ τὴν στεφανώνει μὲ τόσες νίκες.

Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καθαρὴ τὴν πνευματική του ὅραση καὶ μπορεῖ νὰ δεῖ ὅλο ἐκεῖνο τὸ νικηφόρο στράτευμα στοὺς οὐρανούς, τὸ ὁποῖο ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἀποκαλύπτει καὶ δείχνει στοὺς πιστούς.

Εἶναι οἱ υἱοὶ καὶ οἱ θυγατέρες τοῦ Θεοῦ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς συναγωνίζεται ἐκεῖνο τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἡ λάμψη τοὺς ὑπερβαίνει τὴν λάμψη τῶν ἀστέρων. Μᾶς φανερώνονται σήμερα ἐκεῖνοι σὰν ἄλλη οὐράνια χαρμόσυνη παράταξη.

Ἡγεμόνες καὶ δοῦλοι, πλούσιοι καὶ ἐνδεεῖς, γέροι καὶ νέοι, μορφωμένοι καὶ ἀγράμματοι, μητέρες καὶ βρέφη, τίμιες χῆρες καὶ σωφρονισμένες κόρες, ἱερεῖς καὶ στρατιῶτες, στρατηλάτες καὶ μοναχοί, ἁλιεῖς καὶ μεγιστάνες, γεωργοὶ καὶ ἐργάτες – ὅλοι τους στὴν ἀνέκφραστη δόξα τῶν οὐρανῶν.

Σὲ δόξα, κάλλος καὶ λάμψη τὴν ὁποία οὔτε κατὰ διάνοιαν δὲν φαντάστηκαν ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος τοῦ κόσμου.

Ὅλοι αὐτοὶ ἤσαν στὴ γῆ ἀγωνιστὲς καὶ πάσχοντες γιὰ τὴ πίστη τοῦ Χριστοῦ μὰ κανείς τους δὲν περίμενε τὴ νίκη τῆς πίστεως ἐδῶ στὴ γῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν βασιλεία τῆς αἰωνίου ζωῆς ἔχουν ἀμοιφθεῖ μὲ ὅσα «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α΄ Κορ. 2, 9).

Ὅλοι τους – τὰ πάντα ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐκεῖνοι ποὺ συνετρίβησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες σὰν τὴν λάσπη, αὐτοὶ ποὺ στραγγαλίστηκαν σιωπηλὰ στὶς φυλακές, ἐκεῖνοι ποὺ δίχως μάρτυρες καταποντίστηκαν στὴ θάλασσα, ὅσοι ἀποκεφαλίστηκαν μὲ ξίφος γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσοι καμμιὰν ἀπόλαυση δὲ δοκίμασαν ἐπάνω στὴ γῆ ἀλλὰ μᾶλλον ὅλες τὶς πίκρες, ὅλοι τους εἶναι ἐνταγμένοι στὶς γραμμὲς τῶν νικητῶν. Ὅλοι τους ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ πάντα καθὼς τὸ ὑποσχέθηκε ὁ Ἴδιος. «ὁ νικῶν, ἔσται αὐτῷ ταῦτα καὶ ἔσομαι αὐτῷ Θεὸς καὶ αὐτὸς ἔσται μοὶ υἱὸς» (Ἀποκ. 21, 7).

Ὅταν κοιτάξετε μὲ καθαρὸ πνευματικὸ βλέμμα αὐτοὺς τοὺς νικητές, θὰ δεῖτε στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς τὴν σφραγίδα τοῦ Ἀρνίου τοῦ Θεοῦ. Καθένας τοὺς μοιάζει στὸν Βασιλέα Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς λάμπει μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους, μέσα ἀπὸ γέρους καὶ νέους, ἀπὸ ἡγεμόνες καθὼς καὶ ἀπὸ δούλους, ἀπὸ τοὺς ἄνδρες καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς γυναῖκες.

Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κύριος Νικητὴς ὁ ὁποῖος νικᾶ μέσω αὐτῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Κυριακὴ ἔχει ὁριστεῖ ἀκριβῶς γιὰ νὰ εἶναι ἡμέρα μνήμης τῆς νίκης αὐτῆς τῆς πίστεώς μας.

Ἐπειδὴ τὴν Κυριακὴ ἀναστήθηκε ὁ Κύριος καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση ἐνίκησε τὸ θάνατο, τὸν φοβερότερο καὶ ἔσχατο ἐχθρό. Γι’ αὐτὸν ποὺ ἐνίκησε τὸ θάνατο ἦταν πολὺ εὔκολο νὰ νικήσει τὸν κόσμο ὅλο. Γι’ αὐτὸ καὶ Ἐκεῖνος ἐνθάρρυνε τοὺς μαθητὲς Του λέγοντας. «θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16, 33).

Ὢ ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἡ πίστη μας εἶναι ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμο. Ἡ πίστη μας εἶναι ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν Σατανᾶ. Ἡ πίστη μας εἶναι ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὴν ἁμαρτία. Ἡ πίστη μας εἶναι ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν θάνατο.

Ἡ πίστη μας εἶναι ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἐνίκησε ὡς τώρα ὅλους τους ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς.

Τί θὰ μποροῦσε περισσότερο νὰ σᾶς ἐνθαρρύνει, νὰ σᾶς ἐνισχύσει καὶ παρηγορήσει ἀπὸ αὐτὴ τὴ νικηφόρα πίστη; Καὶ τί θὰ μποροῦσε νὰ σᾶς φοβίσει καὶ νὰ σᾶς ἑξασθενίσει ἂν κρατήσετε στὴ καρδιὰ αὐτὴ τὴν ἀνίκητη πίστη; Μήπως τὰ σκάνδαλα τῆς ἐλευθερίας στὴν ὁποία τώρα ζῆτε; Μήπως ἡ ἀδύναμη κραυγὴ τῆς εἰδωλολατρίας; Μήπως τὰ πονηρὰ λόγια τῶν αἱρετικῶν; Μήπως ἡ ἀνηθικότητα τῶν ἀνηθίκων ἡ ὁποία μέσα ἀπὸ τὶς ξένες ἀπολαύσεις ὁδηγεῖ στὴν ἀπογοήτευση καὶ ἀπὸ τὴ μοιρολατρία στὴν αὐτοκτονία;

Τίποτε ἀπ’ ὅσα βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό, τίποτα στὸ φλοιὸ καὶ κάτω ἀπὸ τὸ φλοιὸ τῆς γῆς, τίποτε μὴν σᾶς φοβίσει. Ἀκόμα καὶ τοῦτο ποὺ συμβαίνει τώρα στὴν ὀρθόδοξη Ρωσία μὴν σᾶς φοβίσει καὶ σᾶς κλονίσει, αὐτὴ ἡ βίαιη φίμωση καὶ ὁ στραγγαλισμὸς τῆς πίστεως καὶ τῶν ἱερῶν του Χριστοῦ!

Μάθετε πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ τέλος μὰ ἡ εἰσαγωγή, ἡ εἴσοδος στὴ μεγαλειώδη νίκη τῆς πίστεώς μας. Μάθετε πὼς ἡ στρατηγικὴ καὶ ἡ τακτική του Θεοῦ εἶναι διάφορη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη.

Αὐτὸ ποὺ οἱ ἄνθρωποι βλέπουν σὰν συντριβή, ὁ Θεὸς τὸ λαμβάνει ὡς νίκη καὶ κεῖνο ποὺ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων εἶναι νίκη γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι τὸ σούρουπο τῆς καταστροφῆς. Ἐπειδή, γιὰ τὴ στρατηγικὴ καὶ τὴ τακτική τοῦ Θεοῦ ἔχει γραφεῖ ὅτι τὸ «μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστι καὶ τὸ ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστὶ» (Α΄ Κόρ. 1, 25).

Ἔτσι, ἂν κάποιος πεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μωρία, μὴν θυμώσετε ἀλλὰ ἀπαντήσατε. εἶναι μωρία ἀλλὰ μωρία Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι σωφότερη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀπ’ ὅλους τούς καιροὺς καὶ ἀπ’ ὅλες τὶς μὴ χριστιανικὲς γενεές.

Καὶ ἂν κάποιος πεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀδυναμία, μὴν θυμώσετε ἀλλὰ ἀπαντήσατε. Εἶναι ἀδυναμία ἀλλὰ ἀδυναμία Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς δαίμονες καὶ τὸν θάνατο. Χιλιάδες φορὲς στοὺς αἰῶνες ποὺ πέρασαν, νόμισαν οἱ ἄνθρωποι ὅτι τὸ σκάφος τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ βουλιάξει. Μὰ οὔτε βούλιαξε οὔτε καὶ θὰ βουλιάξει. Εἶναι τέτοιο τὸ σκαρὶ καὶ τέτοιος ὁ Τιμονιέρης ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ βουλιάξει.

Ἡ ὀρθόδοξη πίστη ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δίχως πλοῦτο, δίχως ἐξωτερικὴ ὑποστήριξη, δίχως στρατὸ καὶ ὄπλα, δίχως δουλικὴ ὀργάνωση καὶ πολιτικοὺς ἑλιγμούς, διήνυσε μὲ ἐπιτυχία ἕνα μακρὺ καὶ φοβερὸ δρόμο 19 αἰώνων.

Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη τιμὴ κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι κανεὶς μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μήτε καὶ ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἐκείνη βαδίζει καὶ ὁδηγεῖ τοὺς πιστούς της.

Ὑπάρχουν δρόμοι εὔκολοι μὰ ὀλισθηροὶ καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια. Ὑπάρχουν σκάφη πιὸ φανταχτερά, μεγαλύτερα καὶ πιὸ ἄνετα ἀλλὰ ἔχουν πολὺ πιὸ ἀδύναμο σκαρί.

Δοξάσατε ἀδελφοὶ τὸν Θεὸ ὁ Ὁποῖος ἐδόξασε τὴν πίστη μας μὲ νίκες πολλές. Δοξάσατε τοὺς Ἁγίους του Θεοῦ οἱ ὁποῖοι ἑκούσια μὲ τὸ αἷμα τους καὶ τὰ δάκρυα πλήρωσαν αὐτὲς τὶς νίκες. Ἂς σᾶς θυμίζει ἡ ἡμέρα τούτη πὼς ἡ πίστη μας εἶναι ἡ πίστη ἡ νικήσασα τὸν κόσμο.

Ἂς σᾶς θυμίζει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία στὴ γῆ κρατιέται ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία τῶν οὐρανῶν ποὺ σημαίνει πὼς ἕνα λαμπρὸ καὶ ἀνίκητο στράτευμα ἀπὸ τὸν ἀόρατο κόσμο, στράτευμα πολυάριθμο σὰν τοὺς ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ, στέκει δίπλα καὶ γύρω μας καὶ μᾶς βοηθᾶ. Μπροστὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ στράτευμα τῶν ἀμέτρητων νικητῶν ἵσταται ὁ Νικητὴς τῶν νικητῶν, ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων! Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ ἡ εὐχαριστία

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ

ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

23 Φεβρουαρίου, 2026

Κλιμαξ Ιακ. AAA

“Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι·

ταχὺ ἐπάκουσόν μου· πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν”.

Untitled-1

Μεγάλη Σαρακοστή: «Ἕνας τρόπος ζωῆς»

Μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν ἀκολουθιῶν, μὲ τή νηστεία, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν προσευχὴ σὲ τακτὰ διαστήματα δέν ἑξαντλεῖται ἡ ὅλη προσπάθεια στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Ἢ μᾶλλον γιά νά εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀποτελεσματικὰ καὶ νά ἔχουν νόημα, πρέπει να ὑποστηρίζονται καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἴδια τή ζωή. Χρειάζεται δηλαδὴ, ἕνας «τρόπος ζωῆς» πού νά μὴν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ νά μὴν ὁδηγεῖ σὲ μία «διασπασμένη» ὕπαρξη.

Στό παρελθόν, στίς ὀρθόδοξες χῶρες ἡ ἴδια ἡ κοινωνία πρόσφερε μία τέτοια ὑποστήριξη μὲ τὸν συνδυασμό πού εἶχε στά ἔθιμα, στίς ἐξωτερικὲς ἀλλαγές, μὲ τή νομοθεσία, μὲ τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανονισμούς, μὲ ὅλα δηλαδὴ ὅσα περιλαμβάνονται στή λέξη πολιτισμός.

Κατὰ τή Μεγάλη Σαρακοστή ὁλοκλήρη ἡ κοινωνία ὑποδεχόταν ἕνα συγκεκριμένο ῥυθμὸ ζωῆς, ὁρισμένους κανόνες πού ὑπενθύμιζαν στά ἄτομα-μέλη τῆς κοινωνίας τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Στή Ῥωσία, λόγου χάρη, δέν μποροῦσε κανεὶς εὔκολα νά ξεχάσει τή Σαρακοστή γιατὶ οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χτυποῦσαν διαφορετικὰ αὐτὴ τὴν περίοδο·

τὰ θέατρα ἔκλειναν καί, σὲ παλιότερους καιρούς, τὰ δικαστήρια ἀνέβαλλαν τή λειτουργία τους. Φυσικὰ, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρεθίσματα ἀπὸ μόνα τους, εἶναι φανερό, ὅτι δέν ἦταν δυνατὸ νά ἀναγκάσουν τὸν ἀνθρωπο νά ὁδηγηθεῖ στή μετάνοια ἢ σὲ μία πιὸ ζωντανὴ θρησκευτικὴ ζωή.

Ἀλλὰ ὅμως δημιουργοῦσαν μία ὁρισμένη ἀτμόσφαιρα – ἕνα εἶδος σαρακοστιανοῦ κλίματος, ὅπου ἡ ἀτομικὴ προσπάθεια γινόταν εὐκολότερη.

Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἴμαστε ἀδύναμοι χρειαζόμαστε τίς ἐξωτερικὲς ὑπενθυμίσεις, τὰ σύμβολα, τὰ σημάδια. Φυσικὰ πάντα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ σύμβολα ν’ ἀποκτήσουν αὐτοτέλεια, νά γίνουν αὐτοσκοπός, καὶ ἔτσι ἀντὶ νά εἶναι ἁπλά μία ὑπενθύμιση, νά γίνουν γιά τὴν κοινὴ ἀντίληψη τὸ μόνο περιεχόμενο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Αὐτὸν τὸν κίνδυνο τὸν ἔχουμε ἐπισημάνει παραπάνω, ὅταν μιλήσαμε γιά τὶς ἐξωτερικὲς συνήθειες καὶ τὰ πανηγύρια πού ἀντικαθιστοῦν τή γνήσια προσωπική προσπάθεια. Ἂν ὅμως καταλάβουμε σωστὰ αὐτές τίς συνήθειες, τότε θὰ γίνουν ὁ «κρίκος» πού συνδέει τὴν πνευματικὴ προσπάθεια μὲ τή ζωή.

Δέν ζοῦμε σὲ μία ὀρθόδοξη κοινωνία [Ὁ συγγραφέας, Ῥῶσος στήν καταγωγή, ζεῖ σήμερα στήν Ἀμερικὴ] καὶ φυσικὰ δέν εἶναι δυνατὸ νά δημιουργηθεῖ αὐτὸ τὸ «κλίμα» τῆς Σαρακοστῆς σὲ ἐπίπεδο κοινωνικό. Εἴτε εἶναι Σαρακοστὴ εἴτε ὄχι, ὁ κόσμος πού μᾶς περιβάλλει, ποὺ ἀποτελοῦμε καὶ μεῖς δικὸ του ἀναπόσπαστο κομμάτι, δέν ἀλλάζει.

Κατὰ συνέπεια, ζητιέται ἀπὸ μᾶς μία νέα προσπάθεια νά σκεφτοῦμε τὴν ἀπαραίτητη θρησκευτικὴ σχέση ἀνάμεσα στό «ἐξωτερικὸ» καὶ τὸ «ἐσωτερικό».

Ἡ πνευματικὴ τραγωδία τῆς ἐκκοσμίκευσης εἶναι ἐκείνη πού μᾶς σπρώχνει σὲ μία πραγματικὴ θρησκευτικὴ «σχιζοφρένεια» – ἕνα σπάσιμο δηλαδὴ τῆς ζωῆς μας σὲ δυό κομμάτια: τὸ θρησκευτικὸ καὶ τὸ κοσμικό, ποὺ ἔχουν ὅλο καὶ λιγότερη ἀλληλοεξάρτηση.

Ἔτσι, ἡ πνευματικὴ προσπάθεια εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά μεταθέσει τὰ παραδοσιακὰ ἔθιμα καὶ τὶς συνήθειες, πού εἶναι βασικὰ μέσα στήν προσπάθειά μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Μ’ ἕνα πειραματικὸ καὶ ἀναγκαστικὰ σχηματικὸ τρόπο θὰ μποροῦσε κανεὶς νά δεῖ αὐτὴ τὴν προσπάθεια σὲ δυό πλαίσια: στή ζωὴ μέσα στό σπίτι καὶ στή ζωὴ ἔξω ἀπ’ αὐτό.

Γιά τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, τὸ σπίτι καὶ ἡ οἰκογένεια ἀποτελοῦν τὴν πρώτη καὶ βασικότερη περιοχὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἢ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν στήν καθημερινὴ ζωή.

Τὸ σπίτι, δηλαδὴ τὸ στυλ καὶ τὸ πνεῦμα τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς καὶ ὄχι τὸ σχολεῖο, ἀκόμα οὔτε καὶ ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἐκεῖνο πού σχηματίζει μέσα μας τή θεμελιακή ἀντίληψη γιά τὸν κόσμο, πού μορφοποιεῖ στόν ἐσωτερικὸ μας, τὸ βασικὸ προσανατολισμὸ, τὸν ὁποῖο ἴσως γιά ἀρκετὸ διάστημα δέν τὸν καταλαβαίνουμε, ἀλλά πού τελικὰ θὰ γίνει ἕνας ἀποφασιστικὸς παράγοντος.

Ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς τοῦ Dοstοyevsky στούς Ἀδελφοὺς Καραμαζὼφ λέει: «ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἔχει καλὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν παιδικὴ του ἡλικία εἶναι σωσμένος γιά ὅλη του τή ζωή». Τὸ σημαντικὸ δὲ εἶναι ὅτι κάνει αὐτὴ τὴν παρατήρηση ὕστερα ἀπὸ τή θύμηση τῆς μητέρας του πού τὸν εἶχε πάρει μαζὶ της στή Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων.

Θυμᾶται τὴν ὀμορφιά τῆς ἀκολουθίας, τή μοναδική μελῳδίᾳ τοῦ κατανυκτικοῦ «κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου…».

Ἡ ὑπέροχη προσπάθεια γιά θρησκευτικὴ ἀγωγή πού γίνεται σήμερα στά κατηχητικὰ σχολεῖα δὲν σημαίνει καὶ πολλὰ πράγματα, ἂν δέν βασίζεται στή ζωὴ τῆς οἰκογένειας.

Τί, λοιπόν, θὰ μποροῦσε καὶ θὰ ἔπρεπε νά γίνει στό σπίτι στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς; Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νά καλύψουμε ἐδῶ ὅλες τίς πλευρὲς τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς θὰ περιοριστοῦμε μόνο σὲ μία ἀπ’ αὐτές.

Ὅλοι μας, χωρὶς ἀμφιβολία, συμφωνοῦμε ὅτι ὁ τρόπος τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς ἔχει ῥιζικὰ ἀλλοιωθεῖ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης.

Αὐτὰ τὰ μέσα τῆς «μαζικῆς ἐνημέρωσης» διαποτίζουν σήμερα ὁλόκληρη τή ζωή. Δέν χρειάζεται κανεὶς νά βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι γιά νά βρεθεῖ «ἔξω».

Ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι μόνιμα ἐδῶ, σὲ ἀπόσταση πού τὸν φτάνουμε… ἀκίνητοι. Καί, σιγὰ σιγά, ἡ στοιχειώδης ἐμπειρία νά βρεθοῦμε σ’ ἕναν ἐσωτερικὸ κόσμο, μέσα στήν ὀμορφιὰ τῆς «ἐσωτερικότητας» ἔχει ἐντελῶς χαθεῖ ἀπὸ τὸ σύγχρονο πολιτισμὸ μας. Καὶ ἂν δέν εἶναι ἡ τηλεόραση, εἶναι ἡ μουσική.

Ἡ μουσικὴ ἔπαψε νά εἶναι κάτι πού τὸ ἀκούει κανείς σταθερὰ.

Ἔγινε πιὰ μία «ὑπόκρουση θορύβου» πού συνοδεύει τίς συνομιλίες μας, τὸ διάβασμα, τὸ γράψιμο κλπ.

Στήν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ ἀνάγκη νά ἀκούγεται συνέχεια μουσικὴ φανερώνει τὴν ἀδυναμία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νά χαρεῖ τή σιωπή, νά τὴν καταλάβει ὄχι σὰν κάτι ἀρνητικό, σὰν μία ἁπλὴ ἔλλειψη, ἀλλὰ ἀκριβῶς σὰν μία παρουσία καὶ σὰν τὴν μοναδικὴ προϋπόθεση γιά τὴν πιὸ ἀληθινὴ παρουσία.

Ἂν ὁ Χριστιανὸς τοῦ παρελθόντος ζοῦσε κατὰ ἕνα μεγάλο βαθμὸ σ’ ἕνα σιωπηλὸ κόσμο πού τοῦ ἔδινε πλούσιες εὐκαιρίες γιά αὐτοσυγκέντρωση στόν ἐσωτερικὸ του κόσμο, ὁ σημερινὸς χριστιανὸς εἶναι ἀναγκασμένος νά κάνει εἰδικὴ προσπάθεια γιά νά καλύψει αὐτὴ τὴν ἀναγκαία διάσταση τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία αὐτὴ μόνο μπορεῖ νά μᾶς φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ τίς ὑψηλὲς πραγματικότητες.

Ἔτσι, λοιπόν, τὸ πρόβλημα τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς δέν εἶναι περιθωριακὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ μὲ πολλοὺς τρόπους εἶναι ἕνα θέμα πνευματικῆς ζωῆς ἢ θανάτου.

Πρέπει κανεὶς νά συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά μοιράσουμε τή ζωή μας ἀνάμεσα στή «χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ στό τελευταῖο σήριαλ.

Αὐτὰ τὰ δυό βιώματα εἶναι ἀσυμβίβαστα καὶ τὸ ἕνα, σίγουρα, θὰ σκοτώσει τὸ ἄλλο. Καὶ εἶναι πολὺ πιθανό, ἐκτὸς ἂν γίνεται μία ἔντονη προσπάθεια, ὅτι τὸ τελευταῖο σήριαλ ἔχει πολὺ μεγαλύτερες ἐλπίδες σὲ βάρος τῆς «χαρμολύπης» – παρὰ τὸ ἀντίθετο.

Μία πρώτη «συνήθεια» πού προτείνεται εἶναι νά μειωθεῖ δραστικὰ ἡ παρακολούθηση τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς.

Δέν τολμοῦμε νά ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ὑπάρξει μία «γενικὴ» νηστεία, ἀλλὰ μόνο ἡ «ἀσκητικὴ» ἡ ὁποία, ὅπως ξέρουμε, σημαίνει, πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἀλλαγὴ τροφῆς καὶ μειώσή της. Φυσικὰ τίποτε τὸ κακὸ δέν ὑπάρχει, λόγου χάρη, στό νά συνεχίσει κανεὶς νά παρακολουθεῖ στό ῥαδιόφωνο καὶ στήν τηλεόραση εἰδήσεις, ἐκλεκτὲς σειρές, ἐνδιαφέροντα καὶ πνευματικὰ ἤ διανοητικὰ ἐμπλουτισμένα προγράμματα.

Ἐκεῖνο πού πρέπει νά σταματήσει στήν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς εἶναι ἡ πλήρης «παράδοση» στήν τηλεόραση – ἡ μετατροπὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ «λάχανο» πάνω σὲ μία πολυθρόνα κολλημένο στήν ὀθόνη πού παθητικὰ δέχεται ὅ,τι βγαίνει ἀπ’ αὐτή.

Ὅταν ἤμουνα παιδὶ (ἦταν τότε ἡ προτηλεοπτικὴ ἐποχὴ) ἡ μητέρα μου συνήθιζε νά κλειδώνει τὸ πιάνο τὴν πρώτη, τὴν τετάρτη καὶ τὴν ἑβδόμη ἑβδομάδα τῆς Σαρακοστῆς. Αὐτὴ ἡ ἀνάμνηση εἶναι μέσα μου ζωηρότερη ἀπὸ τὶς μακρινὲς ἀκολουθίες τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἀκόμα καὶ σήμερα ὅταν παίζει τὸ ῥαδιόφωνο αὐτές τίς μέρες μὲ ταράζει σχεδὸν ὅσο καὶ μία βλαστήμια.

Ἀναφέρω αὐτὴ τὴν προσωπική μου ἀνάμνηση μόνο σὰν μία διευκρίνηση τῆς ἐπίδρασης πού μποροῦν νά ἔχουν μερικὲς ἐξωτερικὲς ἐνέργειες στήν ψυχὴ ἑνὸς παιδιοῦ.

Καὶ αὐτό πού κρύβεται ἐδῶ δέν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἀπομονωμένο ἔθιμο ἢ ἕνας κανόνας ἀλλὰ εἶναι μία ἐμπειρία τῆς Σαρακοστῆς σὰν μιᾶς εἰδικῆς χρονικῆς περιόδου, σὰν κάποιου πράγματος πού εἶναι παρόν ὅλο τὸ χρόνο καί πού δέν πρέπει νά χαθεῖ, νά ἀκρωτηριαστεῖ, νά καταστραφεῖ.

Ἐδῶ ἀκόμα, ὅσον ἀφορᾶ τή νηστεία, μία ἁπλή ἀπουσία ἢ ἀποχή ἀπὸ τὴν τροφὴ δέν εἶναι ἐπαρκής, πρέπει νά ἔχει τὸ θετικὸ της συμπλήρωμα.

Ἡ σιωπή πού δημιουργεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ θορύβου τοῦ κόσμου, τῶν θορύβων πού παράγονται ἀπὸ τὰ μέσα τῆς μαζικὴς ἐπικοινωνίας, πρέπει νά γεμίσει μὲ θετικὸ περιεχόμενο.

Ἂν ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ τροφὴ γιά τὶς ψυχὲς μας, τροφή, ἐπίσης, θέλει καὶ τὸ μυαλὸ μας, γιατὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ διανοητικὸ μέρος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πού καταστρέφεται σήμερα ἀπὸ τὸ ἀσταμάτητο σφυροκόπημα τῆς τηλεόρασης καὶ τοῦ ῥαδιοφώνου, τῶν ἐφημερίδων, τῶν εἰκονογραφημένων ἐκδόσεων κλπ.

Αὐτό, λοιπόν, ποὺ προτείνουμε, παράλληλα μὲ τὴν πνευματικὴ προσπάθεια, εἶναι μία διανοητική, θὰ λέγαμε, προσπάθεια.

Πόσα, ἀλήθεια, ἀριστουργήματα, πόσους ὑπέροχους καρποὺς τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, τῆς φαντασίας καὶ τῆς δημιουργικότητας ἀρνούμαστε στή ζωὴ μας μόνο καὶ μόνο γιατὶ μᾶς εἶναι πολὺ πιὸ ἄνετο, γυρίζοντας στό σπίτι ἀπὸ τή δουλειά παραδομένοι στή σωματικὴ καὶ διανοητικὴ κόπωση, νά πιέσουμε τὸ κουμπὶ τῆς τηλεόρασης ἢ νά βυθιστοῦμε στό τέλειο κενὸ ἑνὸς εἰκονογραφημένου περιοδικοῦ.

Ἀλλὰ πῶς φανταζόμαστε ὅτι θὰ μπορούσαμε νά προγραμματίσουμε τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς; Ἴσως νά κάνουμε ἕνα κατάλογο βιβλίων γιά διάβασμα; Φυσικὰ δέν εἶναι ἀπαραίτητο ὅλα αὐτὰ τὰ βιβλία νά εἶναι ὁπωσδήποτε θρησκευτικά, δέν μποροῦν ὅλοι νά γίνουν θεολόγοι.

Ὅμως ὑπάρχει πολλὴ «Θεολογία» κρυμμένη σὲ μερικὰ λογοτεχνικὰ ἀριστουργήματα καὶ καθετί πού πλουτίζει τή νοημοσύνη μας, κάθε καρπὸς τῆς ἀληθινῆς ἀνθρώπινης δημιουργίας εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καί, ὅταν χρησιμοποιηθεῖ κατάλληλα, ἀποκτάει πνευματικὴ ἀξία.

Σὲ προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέραμε ὅτι ἡ τετάρτη καὶ ἡ πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένες στή μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων τῆς χριστιανικῆς πνευματικότητας: τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακας καὶ τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Θὰ πρέπει αὐτὸ νά τὸ πάρουμε σὰν μία εὐρύτερη ἀπόδειξη ὅτι ἐκεῖνο πού ζητάει ἀπὸ μᾶς ἡ Ἐκκλησία νά κάνουμε στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶναι νά ἐμπλουτίσουμε τὸν πνευματικὸ καὶ διανοητικὸ ἐσωτερικὸ κόσμο μας, νά μελετήσουμε καὶ νά στοχασθοῦμε πάνω σὲ ὅ,τι μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει ν’ ἀνακαλύψουμε αὐτὸν τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο καὶ τὶς χαρὲς του.

Ἀπὸ αὐτὴ τή χαρά, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ κλήση τοῦ ἀνθρώπου πού ἐκπληρώνεται ἐσωτερικὰ καὶ ὄχι ἐξωτερικά, ὁ «σύγχρονος κόσμος» δέν μᾶς προσφέρει σήμερα οὔτε κἄν μία γεύση• ὅμως χωρὶς αὐτή, χωρὶς τὴν ἀντίληψη τῆς Σαρακοστῆς σὰν ταξιδιοῦ στό βάθος τοῦ εἶναι μας, ἡ Σαρακοστὴ χάνει τὸ νόημά της.

Τέλος, ποιό θὰ μποροῦσε νά εἶναι τὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς στίς ἀτέλειωτες ὦρες πού περνᾶμε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι; Στίς συναλλαγὲς μας, καθισμένοι σ’ ἕνα γραφεῖο ἢ ἀσκώντας τὰ ἐπαγγελματικὰ μας καθήκοντα, ἢ ὅταν συναναστρεφόμαστε τοὺς συναδέφους καὶ τοὺς φίλους μας;

Ἂν καὶ δέν εἶναι δυνατὸν νά δοθεῖ ἐδῶ μία συγκεκριμένη συνταγή, ὅπως καὶ σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση, ὅμως μερικὲς πολὺ γενικὲς ἀπόψεις μποροῦν νά λεχθοῦν. Καὶ πρῶτα-πρῶτα ἡ Σαρακοστὴ εἶναι μία θαυμάσια εὐκαιρία νά ἐλέγξουμε τὸν ἀπίστευτα ὑπεροπτικὸ χαρακτῆρα μας στίς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, στά διάφορα γεγονότα καὶ στή δουλειά. «Χαμογέλα!», «μὴ στεναχωριέσαι» κλπ.

Εἶναι σλόγκαν πού στήν πραγματικότητα ἔγιναν «διαταγές» πού πρόθυμα τὶς δεχόμαστε καί πού σημαίνουν: μὴν ἀνακατεύεσαι, μὴ ῥωτᾶς, μὴ προχωρᾶς βαθύτερα στίς σχέσεις σου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· φύλαξε τοὺς κανόνες τοῦ παιγνιδιοῦ πού συνδυάζει τή φιλική διάθεση μὲ τὴν τέλεια ἀδιαφορία·

σκέψου τὰ πάντα μόνο μέσα στά πλαίσια τοῦ ὑλικοῦ κέρδους, τῆς ὠφέλειας, τῆς προαγωγῆς νά εἶσαι, μ’ ἄλλα λόγια, ἕνα κομμάτι τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἐνῶ συνέχεια χρησιμοποιεῖ τίς μεγάλες λέξεις: ἐλευθερία, εὐθύνη, φροντίδα κλπ., de facto ἀκολουθεῖ τὴν ὑλιστικὴ ἀρχὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτά πού τρώει!

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι περίοδος γιά ἀναζήτηση νοήματος. Νά βρῶ, δηλαδή νόημα στήν ἐπαγγελματική μου ζωὴ στά πλαίσια τῆς κλήσης μου· νόημα στίς προσωπικὲς σχέσεις μου μὲ τ’ ἄλλα πρόσωπα· νόημα στή φιλία· νόημα στίς εὐθύνες μου.

Δέν ὑπάρχει ἀπασχόληση, ἐπάγγελμα πού νά μὴ μπορεῖ νά «μεταμορφωθεῖ» – ἔστω καὶ γιά λίγο μόνο – μὲ στόχο ὄχι τή μεγαλύτερη ἀπόδοση ἢ τὴν καλύτερη ὀργάνωση, ἀλλὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις.

Ἡ ἴδια προσπάθεια γιά «ἐσωτερικοποίηση» ὅλων τῶν σχέσεών μας εἶναι ἀπαραίτητη γιατὶ εἴμαστε ἐλεύθερες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις πού καταντήσαμε (χωρὶς τὶς περισσότερες φορὲς νά τὸ ξέρουμε) φυλακισμένοι στά συστήματα τὰ ὁποῖα προοδευτικὰ κάνουν τὸν κόσμο μας ἀπάνθρωπο.

\ Καὶ ἂν στήν πίστη μας ὑπάρχει κάποιο νόημα, αὐτὸ πρέπει νά εἶναι συνδεδεμένο μὲ τή ζωή καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθά της. Χιλιάδες ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι οἱ ἀπαραίτητες ἀλλαγὲς ἔρχονται μόνο ἀπ’ ἔξω μὲ τὴν ἐπανάσταση καὶ τὴν ἀλλαγὴ στίς ἐξωτερικὲς συνθῆκες.

Στό χέρι τους εἶναι νά ἀποδείξουν οἱ χριστιανοὶ ὅτι στήν πραγματικότητα καθετὶ ξεκινάει ἀπὸ μέσα -ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τή ζωή σύμφωνα μὲ τὴν πίστη αὐτή. Ἡ Ἐκκλησία ὅταν μπῆκε στόν Ἑλληνο-ῥωμαϊκὸ κόσμο, δέν κατάγγειλε τή δουλεία, δέν ξεσήκωσε σὲ ἐπαναστάση.

Αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πίστη της, ἡ νέα θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς εἶναι κείνη πού προοδευτικὰ καταργεῖ τή δουλεία. Ἕνας «ἅγιος» -καὶ ἅγιος ἐδῶ σημαίνει, πολὺ ἁπλά, κάθε ἄνθρωπος πού παίρνει πάντοτε στά σοβαρὰ τὴν πίστη του- θὰ κάνει πολὺ περισσότερα γιά τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου παρὰ χιλιάδες τυπωμένα προγράμματα.

Ὁ ἅγιος εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς ἐπαναστάτης σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Μία τελευταία γενικὴ παρατήρηση: ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι εὐκαιρία γιά ἔλεγχο στά λόγια μας. Ὁ κόσμος μας εἶναι ὑπερβολικὰ βερμπαλιστικὸς καὶ μεῖς συνέχεια πλημμυρίζουμε ἀπὸ λόγια πού ἔχουν χάσει τὸ νόημά τους καὶ συνεπῶς τή δύναμή τους.

Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποκαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ λόγου – ἕνα ἀληθινὰ θεῖο δῶρο στόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὁμιλία μας εἶναι προικισμένη μὲ τεράστια δύναμη εἴτε θετικὴ εἴτε ἀρνητική.

Γι’ αὐτὸ ἐπίσης καὶ θὰ κριθοῦμε γιά τὰ λόγια μας: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· 37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ» (Ματθ. 12,36-37).

Ἐλέγχουμε τὰ λόγια μας μὲ τὸ νά ἀνακαλύπτουμε τή σοβαρότητα καὶ τὴν ἱερότητά τους, νά καταλαβαίνουμε ὅτι μερικὲς φορὲς ἕνα «ἀστεῖο» πού λέγεται ἀπερίσκεπτα, μπορεῖ νά ἔχει καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, μπορεῖ νά γίνει ἐκείνη ἡ τελευταία «σταγόνα» πού ξεχυλίζει τὸ ποτήρι καὶ ὁ ἄνθρωπος φτάνει στήν τελικὴ ἀπελπισία καὶ καταστροφή.

Ἀλλὰ ὁ λόγος μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι καὶ μία μαρτυρία. Μία τυχαία συνομιλία σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τὸ συνάδελφο μπορεῖ νά μεταδώσει καλύτερα μία θεώρηση γιά τή ζωή, μία διάθεση ἀπέναντι στούς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στή δουλειά καὶ νά ἔχει περισσότερα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὸ τυπικὸ κήρυγμα.

Μπορεῖ, ἀπὸ μία τέτοια συνομιλία, νά πέσουν σπόροι γιά μία ἐρώτηση πάνω στή δυνατότητα μιᾶς ἄλλης προσέγγισης τῆς ζωῆς, σπόροι γιά ἐπιθυμία νά γνωρίσει κανεὶς περισσότερα.

Δέν ἔχουμε, πραγματικά, ἰδέα πόσο ἐπηρεάζουμε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ λόγια, μὲ τὸν τόνο τῆς προσωπικότητάς μας. Καὶ τελικὰ οἱ ἄνθρωποι ἑλκύονται στόν Θεό, ὄχι γιατὶ κάποιος μπόρεσε νά τοὺς δώσει διαφωτιστικὲς ἐξηγήσεις, ἀλλὰ γιατὶ εἶδαν σ’ αὐτὸν τὸ φῶς, τή χαρά, τὸ βάθος, τή σοβαρότητα, τὴν ἀγάπη πού ἀπὸ μόνα τους ἀποκαλύπτουν τὴν παρουσία καὶ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.

Ἔτσι, ἂν ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ, ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή, εἶναι ἡ ἀνακάλυψη τῆς πίστης ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἐπίσης καὶ ἀνόρθωση τῆς ζωῆς του, τοῦ θεϊκοῦ νοήματός της, τοῦ κρυμμένου βάθους της.

Μὲ τὸ νά ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν τροφὴ ξαναβρίσκουμε τή γλύκα της καὶ ξαναμαθαίνουμε πῶς νά τὴν παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη. Μὲ τὸ «νά μειώνουμε» τίς ψυχαγωγίες, τή μουσική, τὶς συζητήσεις, τὶς ἐπιπόλαιες κοινωνικότητες, ἀνακαλύπτουμε τὴν τελικὴ ἀξία τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, τῆς ἀνθρώπινης δουλειᾶς, τῆς ἀνθρώπινης τέχνης.

Καὶ τὰ ξαναβρίσκουμε ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς γιατὶ ξαναβρίσκουμε τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, γιατὶ ξαναγυρίζουμε σ’ Αὐτὸν καὶ δι’ Αὐτοῦ σὲ ὅλα ὅσα Ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσε μέσα ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός Του.Ἔτσι τή νύχτα τῆς Ἀνάστασης ψέλνουμε:

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια.

Ἐορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».

Μὴ μᾶς ἀποστερήσεις αὐτῆς τῆς προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε!

π. Αλέξανδρος Σμέμαν,

Ὁ θρῆνος τοῦ Ἀδάμ

21 Φεβρουαρίου, 2026

Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη

Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, ἐγνώριζε στόν Παράδεισο τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι, μετά τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο γιά τό ἁμάρτημά του, ἐγκαταλειμμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρά καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς στεναγμούς.

Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του. Ἡ ψυχή του βασανιζόταν μέ τή σκέψη: «Ἐλύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό». Δέν μετάνοιωνε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού τραβᾶ ἀχόρταγα τήν ψυχή στό Θεό.
Τό ἴδιο καί κάθε ψυχή πού γνώρισε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τό Θεό κι ὕστερα ἔχασε τή χάρη, δοκιμάζει τό ἀδαμιαῖο πένθος. Θλίβεται ἡ ψυχή καί μεταμελεῖται σφοδρῶς, ὅταν προσβάλη τόν ἀγαπημένο Κύριο.
Βασανιζόταν κι ὀδυρόταν στή γῆ ὁ Ἀδάμ κι ἡ γῆ δέν τοῦ ἔδινε χαρά.

Νοσταλγοῦσε τό Θεό κι ἐφώναζε:
Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί Τόν ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μήν Τόν ζητῶ;
Ὅταν ἤμουν μαζί Του, ἀγαλλόταν εἰρηνικά ἡ ψυχή μου καί ἤμουν ἀπρόσιτος γιά τούς ἐχθρούς.
Τώρα ὅμως ἀπέκτησε ἐξουσία πάνω μου τό πονηρό πνεῦμα καί κλονίζει καί τυραννεῖ τήν ψυχή μου. Γι᾽ αὐτό λυώνει ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο μέχρι θανάτου.

Τό πνεῦμα μου ὁρμᾶ πρός τό Θεό καί τίποτε τό γήϊνο δέν μέ παρηγορεῖ· κι ἡ ψυχή μου δέν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, ἀλλά ποθεῖ διψασμένα νά Τόν δῆ καί νά Τόν ἀπολαύση ὡσότου χορτάση. Δέν μπορῶ νά Τόν λησμονήσω οὔτε στιγμή κι ἀπό τόν πολύ μου πόνο στενάζω καί ὀδύρομαι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τό παραπεσόν Σου πλάσμα».
Ἔτσι ὀδυρόταν ὁ Ἀδάμ κι ἔτρεχαν ποτάμι τά δάκρυα ἀπό τό πρόσωπό του κι ἔπεφταν στό στῆθος του καί στή γῆ.
Μέ δέος ἄκουγε ὅλη ἡ ἔρημος τούς στεναγμούς του.
Ζῶα καί πουλιά σιωποῦσαν ἀπό θλίψη.
Κι ὁ Ἀδάμ ὀδυρόταν, γιατί μέ τό ἁμάρτημά του στερήθηκαν ὅλοι τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη.
Ἦταν μεγάλη ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἐξορία του ἀπό τόν Παράδεισο.

Σάν εἶδε ὅμως τό γυιό του Ἄβελ σκοτωμένο ἀπό τόν Κάϊν, αὐξήθηκε ἀκόμα πιό πολύ ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι ἔκλαιγε:
«Ἐξ ἐμοῦ λαοί ἐξελεύσονται καί πληθυνθήσονται ἐπί τῆς γῆς· κι ὅλοι θά ὑποφέρουν, θά ζοῦν μέσα στήν ἔχθρα καί στόν ἀλληλοσκοτωμό».
Κι ἦταν ἡ θλίψη του μεγάλη σάν τόν ὠκεανό· καί τήν καταλαβαίνουν μόνον οἱ ψυχές πού γνώρισαν τόν Κύριο καί τήν ἀνείπωτη ἀγάπη Του.
Κι ἐγώ ἔχασα τή χάρη καί φωνάζω μαζί μέ τόν Ἀδάμ:
«Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δῶσε μου πνεῦμα ταπεινώσεως καί ἀγάπης».
Ὤ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Ὅποιος σέ γνώρισε, σ᾽ ἀναζητεῖ ἀκούραστα καί φωνάζει μέρα καί νύχτα:
«Σέ ποθῶ, Κύριε, καί Σ᾽ ἀναζητῶ μέ δάκρυα.

Πῶς νά μή Σέ ζητῶ; Ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά Σέ γνωρίσω μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι αὐτή ἡ θεία γνώση τραβᾶ ἀδιάκοπα τήν ψυχή μου κοντά Σου».
Θρηνεῖ ὁ Ἀδάμ:
«Δέν μέ τέρπει ἡ σιγή τῆς ἐρήμου.
Δέν μέ τραβοῦν τῶν βουνῶν τά ψηλώματα.
Δέν μ᾽ ἀναπαύει ἡ ὀμορφιά τῶν δασῶν καί τῶν λειβαδιῶν.
Δέν καταπραΰνει τόν πόνο μου τῶν πουλιῶν τό κελάδημα.
Τίποτε, τίποτε δέν μοῦ δίνει τώρα χαρά,
Ἡ ψυχή μου ράγισε ἀπό τήν πολύ στενοχώρια.
Τόν ἀγαπημένο Θεό μου ἐπρόσβαλα.
Κι ἄν μέ ξανάπαιρνε στόν παράδεισο ὁ Κύριος καί ἐκεῖ θά
θρηνοῦσα λυπητερά, πονεμένα
Γιατί πίκρανα τόν ἀγαπημένο μου Θεό».
Διωγμένος ἀπό τόν Παράδεισο ὁ Ἀδάμ ἀνάβλυζε πηγές ἀπό δάκρυα ἀπό τήν πληγωμένη του καρδιά. Τό ἴδιο κάθε ψυχή πού γνώρισε τόν Κύριο θρηνεῖ γι᾽ Αὐτόν καί λέει:
«Ποῦ εἶσαι, Κύριε;
Γιατί κρύβεις τό πρόσωπό Σου;
Πολύν καιρό τώρα δέν βλέπει τό Φῶς Σου ἡ ψυχή μου καί
Σ᾽ ἀποζητᾶ θλιμμένη.
Ποῦ εἶναι ὁ Κύριός μου;
Γιατί δέν Τόν βλέπω στήν ψυχή μου;
Τί Τόν ἐμποδίζει νά κατοικεῖ ἐντός μου;
Δέν ὑπάρχει μέσα μου, λοιπόν, ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς.
Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ἄπειρη καί ἀνερμήνευτη».
Πορευόταν πάνω στή γῆ ὁ Ἀδάμ καί δάκρυζε ἀπό τό σφίξιμο τῆς καρδιᾶς καί μέ τό νοῦ συλλογιζόταν ἀδιάκοπα τό Θεό.

Κι ὅταν τό ταλαιπωρημένο του σῶμα δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε φλογιζόταν γιά τό Θεό τό πνεῦμα του, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήση τόν Παράδεισο καί τήν ὡραιότητά του. Ἀγαποῦσε ὅμως ὅλο καί πιό πολύ τό Θεό ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν.
Ψάλλε μας, Ἀδάμ, τοῦ Κυρίου τό ἄσμα, γιά νά χαρῆ ἡ καρδιά μου γιά τόν Κύριο καί νά σηκωθῆ νά Τόν ὑμνήση καί νά Τόν δοξολογήση, ὅπως Τόν δοξάζουν στούς οὐρανούς τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν.
Τραγούδησέ μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, τήν ὠδή τοῦ Κυρίου, γιά νά τήν ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ὑψώσουν ὅλα τά παιδιά σου τό νοῦ τους στό Θεό καί νά αἰσθανθοῦν τήν γλυκύτητα τοῦ οὐράνιου ὕμνου, ξεχνώντας τίς θλίψεις τῆς γῆς.
Πές μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου γιά τόν Κύριο.

Ἡ ψυχή σου ἐγνώριζε τόν Θεό, ἐγνώριζε καί τή γλυκύτητα καί τήν ἀγαλλίαση τῆς Ἐδέμ, καί τώρα κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τή δόξα τοῦ Κυρίου.
Πές μας, πῶς δοξάζεται ὁ Κύριός μας γιά τά πάθη Του καί πῶς ψάλλονται οἱ ὠδές στούς οὐρανούς καί πόσο γλυκειές εἶναι αὐτές οἱ ὠδές πού τραγουδιοῦνται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Μίλα μας γιά τή δόξα τοῦ Κυρίου καί πόσο σπλαγχνικός εἶναι.
Μίλησέ μας καί γιά τήν ἁγία Θεοτόκο.

Πῶς μεγαλύνεται στούς οὐρανούς καί μέ ποιούς ὕμνους τήν μακαρίζουν.
Πές μας πῶς ἀγάλλονται ἐκεῖ οἱ Ἅγιοι καί πῶς τούς καταυγάζει ἡ χάρη· πῶς ἀγαποῦν τόν Κύριο καί μέ ποιάν ἅγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στό θρόνο Του.
Παρηγόρησε, Ἀδάμ, καί χαροποίησε τίς θλιμμένες μας ψυχές.
Διηγήσου μας, τί βλέπεις στούς οὐρανούς;
Δέν ἀποκρίνεσαι; Γιατί αὐτή ἡ σιγή;
Νά, θλίβεται ὅλη ἡ γῆ.
Ἤ ἀπό τή Θεία ἀγάπη δέν μπορεῖς οὔτε κἄν νά μᾶς θυμηθῆς;
Ἤ βλέπεις τή Θεομήτορα στή δόξα της καί δέν μπορεῖς νά ἀποχωριστῆς ἀπ᾽ αὐτή τήν οὐράνια ὀπτασία; Καί γι᾽ αὐτό ἀφήνεις τά θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργῆς, γιά νά ξεχάσωμε τά δεινά τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας;
Ἀδάμ, πατέρα μας, δέν ἀποκρίνεσαι;
Ἐσύ βλέπεις τή θλίψη τῶν γυιῶν σου στή γῆ.
Γιατί τάχα αὐτή ἡ σιωπή;
Ὁ Ἀδάμ λέγει:
«Ἀφῆστε με στήν εἰρήνη, ἀγαπητά μου παιδιά. Δέν μπορῶ ν᾽ ἀποχωριστῶ ἀπό τή θέα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή μου λαβώθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καί σκιρτᾶ μέ τήν ἀγαθότητά Του.

Ὅσοι ζοῦν στό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Δεσπότη δέν μποροῦν νά θυμηθοῦν τά γήϊνα».
‒ Ἀδάμ, πατέρα μας, μᾶς ἐγκατέλειψες, τά ὀρφανά παιδιά σου, ἐνῶ βυθιζόμαστε στήν ἄβυσσο τῶν δεινῶν τῆς γῆς; Πές μας, τουλάχιστον, πῶς μποροῦμε νά εὐαρεστήσωμε στό Θεό;
Ἄκουσε τά παιδιά σου, πού εἶναι σκορπισμένα σ᾽ ὅλη τή γῆ.

Ὁ νοῦς τους εἶναι συγχυσμένος καί δέν μπορεῖ νά συλλάβη τό Θεῖο, καί πολλοί ἀποστάτησαν ἀπό τό Θεό καί ζώντας στό σκοτάδι πορεύονται στίς ἀβύσσους τοῦ ἅδη.
‒ Μή διακόπτετε τήν ἔκστασή μου. Βλέπω τή Θεομήτορα δοξασμένη καί δέν μπορῶ ν᾽ ἀποσπάσω τό νοῦ μου ἀπό τή θεϊκή τούτη θεωρία καί νά σᾶς μιλήσω.
Βλέπω καί τούς ἅγιους Προφῆτες καί Ἀποστόλους κι ἐκπλήττομαι πῶς μοιάζουν ὅλοι τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
Περπατῶ στήν Ἐδέμ καί, νά, παντοῦ ἡ δόξα τοῦ Κυρίου, γιατί Αὐτός ζῆ μέσα μου καί μ᾽ ἔκανε ὅμοιο μέ τόν Ἑαυτό Του.
Ἔτσι δοξάζει ὁ Κύριος τόν ἄνθρωπο.
‒ Μίλησέ μας, Ἀδάμ· εἴμαστε παιδιά σου κι ὑποφέρουμε στή γῆ.
Πές μας, πῶς μποροῦμε νά κληρονομήσωμε τόν παράδεισο, γιά νά βλέπωμε κι ἐμεῖς, ὅπως καί σύ, τή δόξα τοῦ Κυρίου;

Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν γιά τόν Κύριο, ἐνῶ σύ χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι στούς οὐρανούς μέ τή θεία δόξα.
Σέ ἱκετεύομε, παρηγόρησέ μας.
‒ Γιατί φωνάζετε πρός ἐμένα, παιδιά μου;

Ὁ Κύριος σᾶς ἀγαπᾶ καί σᾶς ἔδωσε σωτήριες ἐντολές. Τηρήσατε τίς ἐντολές καί ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, κι ἔτσι θά βρῆτε τήν ἀνάπαυση κοντά στό Θεό.
Μετανοεῖτε κάθε ὥρα γιά τά παραπτώματά σας, γιά νά ἀξιωθῆτε νά συναντήσετε τό Χριστό. Ὁ Κύριος εἶπε:
«Ἀγαπῶ ὅσους μέ ἀγαποῦν καί θά δοξάσω ὅσους μέ δοξάζουν».
‒ Ὤ Ἀδάμ, πρέσβευε γιά μᾶς, τά παιδιά σου.

Ἡ ψυχή μας εἶναι γεμάτη πόνο ἀπό τίς πολλές μας θλίψεις.
‒ Ἀδάμ, πατέρα μας, σύ κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τόν Κύριο νά κάθεται δοξασμένος στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ἐσύ βλέπεις τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλους τούς Ἁγίους.

Ἐσύ ἀκοῦς τά οὐράνια ἄσματα καί ἡ γλυκύτητά τους ἀπορροφᾶ τήν ψυχή σου. Ἐμεῖς ὅμως λαχταροῦμε γιά τό Θεό ἀκατάπαυστα, σκυθρωποί καί στερημένοι τή χάρη.
Τραγούδησέ μας κάτι ἀπό τίς ὠδές πού ἀκοῦς στούς οὐρανούς, γιά νά τ᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ξυπνήσουν ὅλοι ἀπό τό θανατερό λήθαργο.
‒ «Μή μέ κουράζετε, παιδιά μου. Ὁ καιρός τῶν δικῶν μου θλίψεων πέρασε.

Ἡ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ τρυφή τοῦ Παραδείσου μ᾽ ἐμποδίζουν νά γυρίσω τήν προσοχή μου στή γῆ. Ἀλλά καί πάλι θά σᾶς πῶ:
Σᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος καί ζήσετε κι ἐσεῖς μέ ἀγάπη. Νά πείθεσθε στούς προϊσταμένους σας, νά ταπεινώνετε τίς καρδιές σας, καί τότε θά κατοικήση μέσα σας Πνεῦμα Θεοῦ.

Αὐτό ἔρχεται ἤρεμα καί δίνει εἰρήνη στήν ψυχή καί μαρτυρεῖ γιά τή σωτηρία της χωρίς λόγια.
Ψάλλετε ὕμνους στό Θεό μέ ἀγάπη καί πνευματική ταπείνωση, γιατί ὁ Κύριος χαίρετε μ᾽ αὐτό.
‒ Ὤ Ἀδάμ, ἐμεῖς ψάλλομε, ἀλλά δέν ἔχουμε μέσα μας οὔτε ἀγάπη οὔτε ταπείνωση.
‒ Μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε.

Κι ἐγώ μετανοοῦσα γιά πολύν καιρό καί στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τό Θεό καί γιατί μέ τά δικά μου ἁμαρτήματα χάθηκε ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς. Τά δάκρυά μου χύνονταν στό πρόσωπό μου καί πότιζαν τό στῆθος μου κι ἔπεφταν στή γῆ· κι ὅλη ἡ ἔρημος ἄκουγε τούς στεναγμούς μου.
Ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά ἐννοήσετε τό βάθος τῆς θλίψεώς μου, οὔτε πῶς ὀδυρόμουν γιά τό Θεό καί τόν Παράδεισο. Στόν Παράδεισο ἤμουν καταχαρούμενος.

Μέ εὔφραινε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν ὅμως διώχτηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μ᾽ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μ᾽ ἀποφεύγουν· οἱ κακοί λογισμοί σπάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν·

ὁ ἥλιος μ᾽ ἔκαιγε καί μ᾽ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στό Θεό.
Καί ἐσεῖς, παιδιά μου, ὑπομείνετε τούς πόνους τῆς μετάνοιας· ἀγαπᾶτε τίς θλίψεις, ἀποξηραίνετε τά σώματά σας μέ ἄσκηση καί ἐγκράτεια, ταπεινῶστε τόν ἑαυτό σας κι ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς, γιά νά κατοικήση μέσα σας τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Τότε θά γνωρίσετε καί θά βρῆτε τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Μήν ταράζετε ὅμως τήν εἰρήνη μου. Ἀπό τή θεία ἀγάπη δέν μπορῶ τώρα νά στραφῶ πρός τή γῆ. Ξέχασα ὅλα τά ἐπίγεια. Ξέχασα ἀκόμα κι αὐτόν τόν Παράδεισο πού ἔχασα, γιατί βλέπω τήν αἰώνια δόξα τοῦ Κυρίου καί τή δόξα τῶν Ἁγίων, πού τό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ τούς κάνει νά λάμπουν κι οἱ ἴδιοι σάν κι Αὐτόν.
‒ Ψάλλε, Ἀδάμ, ψάλλε μας τόν οὐράνιο ὕμνο, γιά ν᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά νοιώση τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ποθοῦμε πολύ ν᾽ ἀκούσωμε αὐτούς τούς γλυκούς ὕμνους, γιατί ψάλλονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Ἀδάμ ἔχασε τόν ἐπίγειο Παράδεισο καί τόν ἀναζητοῦσε μέ θρήνους:
«Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Κι ὁ Κύριος μέ τήν ἀγάπη Του στό σταυρό τοῦ χάρισε ἄλλο Παράδεισο, καλύτερον ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχασε, στούς οὐρανούς, ὅπου εἶναι τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἀρχιμ. Σωφρονίου
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Η κρίση τοῦ Θεοῦ καί ἡ συγχώρηση τῶν ἀνθρώπων(Κυριακὴ τῆς Ἀπὸκρεῳ)

14 Φεβρουαρίου, 2026

ARCH. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

imagesCA5ZE9GQ

Σήμερα, ὁδεύοντας πρός τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, φθάνουμε στό τελικό στάδιο· ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ τήν Κρίση.

῎Αν τῆς δώσουμε τήν πρέπουσα προσοχή, τήν ἑπόμενη ἑβδομάδα, ὁ πνευματικός μας προορισμός θά εἶναι στό χέρι μας· ἡ ἑπόμενη Κυριακή εἶναι ἡ μέρα τῆς συγχώρησης.
῾Ο σύνδεσμος ἀνάμεσα στίς δύο αὐτές μέρες εἶναι πάρα πολύ προφανής.

῎Αν μπορούσαμε νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὅλοι μας καί κάθε ἕνας ἀπό μᾶς στεκόμαστε μπροστά στήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί στήν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἄν μπορούσαμε νά θυμηθοῦμε καί νά ἀντιληφθοῦμε βαθιά καί ὁλόψυχα, μέ φιλότιμο καί εὐσυνειδησία ὅτι εἴμαστε ὅλοι χρεωμένοι ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ὑπεύθυνοι μεταξύ μας γιά κάποιους ἀπό τούς πόνους καί τά βάρη τῆς ζωῆς,

τότε θά μᾶς ἦταν εὔκολο, ὄχι μόνο νά συγχωρήσουμε ὅταν μᾶς ζητηθεῖ, ἀλλά καί, ὡς ἀνταπόκριση στό αἴτημα αὐτό, νά ζητήσουμε κι ἐμεῖς συγνώμη.
Δέν εἶναι μόνο μ’ αὐτά πού κάνουμε, δέν εἶναι μόνο μ’ αὐτά πού παραλείπουμε, ἀλλά εἶναι ὅτι κατά ἕνα τρόπο ἐκπληκτικό ἀγνοοῦμε τήν εὐθύνη πού φέρουμε ἀπέναντι τῶν ἄλλων· ἀγνοοῦμε αὐτό πού θά μπορούσαμε νά εἴμαστε γι’ αὐτούς, αὐτό πού θά μπορούσαμε νά κάνουμε γι’ αὐτούς…

῎Οχι, δέν ἐκπληρώνουμε τήν ἀνθρώπινη κλήση μας. Θά μπορούσαμε καί θά ἔπρεπε νά εἴμαστε, σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί γιά κάθε ἄνθρωπο, ἀλλά καί πέρα ἀπ’ τούς ἀνθρώπους, γιά ὅλο τόν κόσμο, μιά εὐλογία καί μιά ἀποκάλυψη· νά εἴμαστε μιά ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς μεγάλης καί τόσο ὑψηλῆς Πραγματικότητας, ὥστε οἱ ἄνθρωποι γύρω μας (κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πρῶτοι) νά μποροῦν νά συνειδητοποιήσουν ὅτι εἴμαστε στή ζυγαριά τοῦ ῎Ιδιου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κλήση μας δέν εἶναι νά εἴμαστε ἁπλῶς ἠθικά καλοί, ἀλλά νά εἴμαστε μεγάλοι ὅπως Αὐτός.

῞Ενας Γερμανός μυστικός θεολόγος ἔγραφε σ’ ἕνα ἀπό τά ποιήματά του, «Εἶμαι μεγάλος ὅσο ὁ Θεός, ὁ Θεός εἶναι τόσο μικρός, ὅσο κι ἐγώ».

῎Αν μπορούσαμε νά μήν τό ξεχνᾶμε αὐτό! ᾿Επειδή ἡ κρίση δέν εἶναι μόνο μιά στιγμή κατά τήν ὁποία ἀντιμετωπίζουμε τόν κίνδυνο νά καταδικαστοῦμε· στήν ἴδια τήν ἔννοια τῆς κρίσης ὑπάρχει κάτι μεγάλο, κάτι πού ἐμπνέει. Δέν θά κριθοῦμε σύμφωνα μέ τά ἀνθρώπινα πρότυπα συμπεριφορᾶς καί κοσμιότητας, ἀλλά σύμφωνα μέ πρότυπα πέραν τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης ζωῆς.

Θά κριθοῦμε στή ζυγαριά τοῦ Θεοῦ καί ἡ ζυγαριά τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη· ὄχι ἡ ἀγάπη πού νιώσαμε, ὄχι ἡ συναισθηματική ἀγάπη, ἀλλά ἡ ἀγάπη πού ζήσαμε καί ἐκπληρώσαμε, ἡ βιωμένη ἀγάπη. Τό γεγονός ὅτι πρόκειται νά κριθοῦμε, ὅτι ὄντως κρινόμαστε κάθε στιγμή, πέρα ἀπ’ τή μετριότητα καί μικρότητά μας πρέπει, θά ἔπρεπε, νά μᾶς ἀποκαλύπτει τό ἐν δυνάμει μεγαλεῖο μας.

Καί ὑπό τούς ὅρους ἀκριβῶς αὐτούς μποροῦμε νά ἐξετάσουμε τήν παραβολή τῶν ἀμνῶν καί τῶν ἐριφίων.

Οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ἀπό τόν Χριστό μέ βάση τήν ἀνθρωπιά τους. ῾Υπῆρξαν ὅλοι αὐτοί ἄνθρωποι ἤ ὄχι; Εἶχαν μάθει νά ἀγαποῦν μέ τήν καρδιά τους πρῶτα, ἀλλά καί στήν πράξη, μέ τά ἔργα τους;

Διότι, ὅπως τό θέτει ὁ Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης, ἐκεῖνος πού λέει ὅτι ἀγαπᾶ τόν Θεό καί δέν ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του ἔμπρακτα καί δημιουργικά εἶναι ψεύτης. Δέν ὑπάρχει ἀγάπη πρός τόν Θεό ἄν δέν ἐκφράζεται σέ κάθε λεπτομέρεια τῶν σχέσεών μας μέ τούς ἀνθρώπους, στό σύνολό τους ἀλλά καί σέ κάθε ἕναν ξεχωριστά.

῎Ετσι λοιπόν, ἄς ἑτοιμαστοῦμε αὐτή τήν ἑβδομάδα γιά τό τελικό στάδιο τοῦ ταξιδιοῦ μας, καί, ἐνώπιον αὐτῆς τῆς θείας κρίσεως, ἄς ἀναρωτηθοῦμε· «Εἶμαι ἄνθρωπος; Εἶμαι ἄνθρωπος μέσα μου, στή συμπεριφορά μου, ὄχι στή γενική μου στάση, ἀλλά στούς τρόπους μου· ἔχω ἀνθρώπινους τρόπους;

Εἶναι ἡ ζωή μου ἡ ἔκφραση μιᾶς λεπτῆς, στοχαστικῆς, δημιουργικῆς ἀγάπης; Μιᾶς ἀγάπης πού κλείνει μέσα της κατανόηση καί εἶναι ἀνάλογα μέ τήν περίσταση γενναιόδωρη καί θυσιαστική; Καί καθώς τό ἀντικείμενο αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι καί τό κριτήριό της, αὐτό πρέπει νά εἶναι ὁ διπλανός μου, τό νά ἀγαπᾶς τόν Θεό πού δέ ζητάει τίποτε εἶναι τόσο εὔκολο!».

Καί ἄν στό πέρασμα τῆς ἑβδομάδας αὐτῆς ἐπισημάνουμε ποῦ βρισκόμαστε, τότε θά ἔχουμε βρεῖ τόσο τήν ἀδυναμία μας ὅσο καί τό μεγαλεῖο τῆς κλήσης μας·

ἐάν εἰρηνεύσουμε μ’ ἐκείνους πού ἔχουμε χρέος, τότε, ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή νά συγχωρήσουμε -ὅταν κάποιος ἄλλος θά ἔχει ἀνακαλύψει τό δικό του χρέος πρός ἐμᾶς- θά εἴμαστε ἕτοιμοι νά δώσουμε μέ χαρά τήν εἰρήνη καί τή συγνώμη μας, μέσα ἀπό ἕνα αἴσθημα εὐθύνης καί μέ τήν εὐφροσύνη πού χαρίζει ἡ μετάνοια.

ΙΙ.

Γιά κάποιον ἀνεξήγητο λόγο, ἡ παραβολή αὐτή, περισσότερο ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη, θεωρεῖται ὡς μιά εἰκόνα τῆς Κρίσεως, ἡ διακήρυξη τῆς ἀμετάκλητα τελικῆς αὐτῆς πράξης τῆς ἱστορίας.

῾Ωστόσο, μᾶς λέει κάτι οὐσιαστικό, ὄχι γιά τή μετά θάνατον καταδίκη ἤ σωτηρία μας, ἀλλά γιά τή ζωή μας· ὁ Θεός δέν θά ρωτήσει οὔτε τούς δικαίους οὔτε τούς ἁμαρτωλούς ὁτιδήποτε σχετικό μέ τίς πεποιθήσεις τους ἤ μέ τήν τήρηση τοῦ τελετουργικοῦ· αὐτό πού ὁ Θεός θά ἀξιολογήσει εἶναι ὁ βαθμός στόν ὁποῖον ὑπήρξαμε ἄνθρωποι·

«δίψασα καί μοῦ δώσατε νά πιῶ, ἤμουν ξένος καί μέ πήρατε κοντά σας, γυμνός καί μέ ντύσατε· ἤμουν ἄρρωστος καί μέ ἐπισκεφθήκατε, ἐν φυλακῇ καί ἤρθατε κοντά μου».

Τό νά εἴμαστε ἄνθρωποι ὅμως, ἀπαιτεῖ φαντασία, ἀπαιτεῖ μιά αἴσθηση χιοῦμορ, μιά αἴσθηση τῆς «στιγμῆς», ἕνα ἀγαπητικό καί ρεαλιστικό ἐνδιαφέρον γιά τίς ἀληθινές ἀνάγκες καί τίς ἐπιθυμίες τοῦ ἀντικειμένου τῆς προσοχῆς μας, ἤ μᾶλλον τοῦ θύματος, θά λέγαμε, τῆς προσοχῆς μας.

῾Η ἱστορία πού ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπό τή ζωή τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου καί διευκρινίζει αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο· Μετά ἀπό μιά λαμπρή κοινωνική καί πολιτική δράση στήν Αὐλή τοῦ Βυζαντίου, ὁ ῞Αγιος ᾿Αρσένιος ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου, γιά νά ἐπιτύχει τήν ἀπόλυτη μόνωση καί ἡσυχία. Μιά Κυρία τῆς Αὐλῆς πού ἦταν μεγάλη θαυμάστριά του, τόν ἀναζήτησε στήν ἐρημιά ὅπου ζοῦσε.

῎Επεσε στά πόδια του· «Πάτερ, ξεκίνησα γι’ αὐτό τό ἐπικίνδυνο ταξίδι μόνο καί μόνο γιά νά σέ δῶ καί νά ἀκούσω ἀπό σένα μία καί μόνη ἐντολή, τήν ὁποία ὑπόσχομαι νά τηρήσω σέ ὅλη μου τή ζωή!». Κι ἐκεῖνος τῆς ἀπάντησε· «῎Αν πραγματικά δεσμεύεσαι νά μήν παρακούσεις ποτέ τήν ἐντολή μου, τότε ἄκουσέ την·

῎Αν ποτέ μάθεις ὅτι εἶμαι σ’ ἕνα τόπο, ἐσύ νά πᾶς σ’ ἕναν ἄλλον!». Αὐτό δέν εἶναι πού θά ἔλεγαν πολλοί σ’ ἐκεῖνο τόν ἀγαθιάρη, τοῦ ὁποίου τήν «ἀρετή» εἶναι καταδικασμένοι νά ὑφίστανται;

Κατά τή γνώμη μου, τό νόημα τῆς παραβολῆς τῶν προβάτων καί τῶν ἐριφίων εἶναι τό ἑξῆς· ῎Αν ὑπῆρξες ἀληθινά καί συνετά «ἄνθρωπος», τότε εἶσαι ἕτοιμος νά εἰσέλθεις στή Βασιλεία, νά μοιραστεῖς αὐτά πού ἀνήκουν στόν Θεό, ἀφοῦ ἡ αἰώνια ζωή δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ ζωή τοῦ ῎Ιδιου τοῦ Θεοῦ, πού τή μοιράζεται μέ τά πλάσματά Του.

«᾿Επί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω» (Ματθ. 25, 21)• ὑπῆρξες ἄξιος στή γῆ, θά ἀξιωθεῖς νά ζήσεις καί τήν οὐράνια ζωή, μετέχοντας στή φύση τοῦ Θεοῦ, πλήρης τοῦ Πνεύματός Του.

῎Αν ἀποδειχθοῦμε πιστοί οἰκονόμοι σέ ὅ,τι δέν ἦταν δικό μας -ὅλα δηλαδή τά δῶρα τοῦ Θεοῦ- θά εἰσέλθουμε καί σέ ὅ,τι εἶναι δικό μας, ὅπως φαίνεται τόσο καθαρά στήν παραβολή τοῦ οἰκονόμου τῆς ἀδικίας (Λουκ. 16, 1-12).
῾Η κρίση θά ἦταν αἰτία τρόμου γιά μᾶς, ἄν δέν εἴχαμε βεβαία τήν ἐλπίδα τῆς συγχωρήσεως.

Καί τό δῶρο τῆς συγνώμης εἶναι αὐτονόητο συστατικό τῆς ἀγάπης καί τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Δέν ἀρκεῖ ὅμως νά μᾶς παραχωρεῖται ἡ ἄφεση, πρέπει νά εἴμαστε προετοιμασμένοι καί νά τή δεχθοῦμε.

Πάρα πολύ συχνά, ἡ συγνώμη μᾶς προσφέρεται, ἀλλά ἐμεῖς «κλωτσᾶμε»· γιά τόν ἐγωισμό μας, ἡ συγνώμη ἠχεῖ ὡς κάτι ἐξαιρετικά ταπεινωτικό, καί προσπαθοῦμε νά τό παρακάμψουμε «φορώντας» μιά ψευτο-ταπείνωση. «Δέν μπορῶ νά συγχωρήσω τόν ἑαυτό μου γι’ αὐτό πού ἔκανε, πῶς νά δεχτῶ τή συγχώρησή σου;

᾿Εκτιμῶ τήν καλωσύνη σου, ἀλλά ἡ συνείδησή μου εἶναι πάρα πολύ ἀπαιτητική, πολύ εὐαίσθητη γιά νά ἐκμεταλλευθῶ τήν εὐγενική σου διάθεση»· καί χρησιμοποιοῦμε ἀκριβῶς τήν ἔννοια «εὐγενική διάθεση» γιά νά κάνουμε τό δῶρο πού μᾶς προσφέρεται νά φαίνεται ὅσο γίνεται πιό ἀσήμαντο καί τήν ἄρνησή μας ὅσο γίνεται πιό ἀπογοητευτική γιά τόν γενναιόδωρο φίλο μας.

Βεβαίως, δέν μποροῦμε, δέν θά ἔπρεπε ποτέ νά συγχωρήσουμε τούς ἑαυτούς μας! Θά ἦταν τερατῶδες ἄν τό μπορούσαμε. Γιατί τότε, θά σήμαινε «πολύ ἁπλά», ὅτι παίρνουμε πολύ ἐλαφρά τό χαστούκι, τήν πληγή πού προκαλέσαμε, τόν πόνο, τή δυστυχία πού ἐπιφέραμε.

(Καί, ἀλίμονο! Αὐτό ἀκριβῶς κάνουμε ὅταν εἴμαστε ἀνυπόμονοι ἐνώπιον κάποιου τόν ὁποῖον πληγώσαμε καί ὁ ὁποῖος φαίνεται νά πονᾶ «ὑπερβολικά». «Πόσον καιρό θά δυσανασχετεῖς πιά; ῎Ω, σταμάτα ἐπιτέλους νά κλαῖς! Δέ σοῦ ζήτησα συγνώμη; Τί ἄλλο θέλεις;». Τό ὁποῖο σημαίνει·

«᾿Εγώ ἔχω πρό πολλοῦ συγχωρήσει τόν ἑαυτό μου. Πόσο ἀκόμη πρέπει νά περιμένω μέχρι νά μέ συγχωρήσεις κι ἐσύ;»).

῾Ο Θεός δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά συγχωροῦμε ἐμεῖς τόν ἑαυτό μας, ἀλλά πρέπει νά μάθουμε ποτέ νά μήν τοῦ ἐπιτρέπουμε νά πληγώνει τούς ἄλλους καί, ἄν κάποτε συμβεῖ, νά δεχόμαστε τό δῶρο τῆς συγνώμης τοῦ ἀδελφοῦ μας. ῎Αν τό ἀρνηθοῦμε εἶναι σάν νά λέμε· «Δέν πιστεύω ὅτι ὄντως ἡ ἀγάπη σβήνει ὅλα τά ἁμαρτήματα, οὔτε ἔχω ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη σου».

Πρέπει νά συναινέσουμε στό νά συγχωρηθοῦμε μέσα ἀπό μία πράξη τολμηρῆς πίστης καί γενναιόδωρης ἐλπίδας, νά ὑποδεχθοῦμε τό δῶρο ταπεινά, ὡς ἕνα θαῦμα πού μόνον ἡ ἀγάπη, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη, μποροῦν νά ἀπεργαστοῦν, καί νά εἴμαστε παντοτινά εὐγνώμονες γιά τή δωρεάν προσφερόμενη δύναμή της πού ξέρει νά γιατρεύει, νά ἀποκαθιστᾶ, νά ἀνορθώνει.

Δέν θά πρέπει νά προσδοκοῦμε τή συγχώρηση ἐπειδή ἀλλάξαμε πρός τό καλύτερο· οὔτε θά ’πρεπε νά θεωροῦμε μία τέτοια ἀλλαγή ὡς προϋπόθεση γιά νά συγχωρήσουμε τούς ἄλλους. Μόνο ὅταν κάποιος νιώθει ὅτι συγχωρήθηκε καί ὅτι ἀγαπᾶται, μόνο τότε μπορεῖ νά ἀρχίσει νά ἀλλάζει, καί ὄχι ἀντίστροφα. Νά κάτι πού δέν θά πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε, ἀλλά τό ξεχνᾶμε τόσο συχνά!

Καί ἄς μήν συγχέουμε ποτέ τό «συγχωρῶ» μέ τό «ξεχνῶ», οὔτε νά φανταστοῦμε ὅτι αὐτά τά δυό πᾶνε μαζί. ῎Οχι μόνο δέν προσιδιάζει τό ἕνα στό ἄλλο, ἀλλά τό ἕνα ἀποκλείει τό ἄλλο. Τό νά διαγράψουμε τό παρελθόν ἔχει πολύ μικρή σχέση μέ τήν οἰκοδομητική, εὑρηματική, καρποφόρα συγχώρεση· τό μόνο πράγμα πού πρέπει νά ἀποβληθεῖ, νά διαγραφεῖ ἀπό τό παρελθόν εἶναι τό δηλητήριό του· ἡ πικρία, ἡ μνησικακία, ἡ ἀποξένωση· ἀλλά ὄχι ἡ ἀνάμνηση.

῾Η ἀληθινή συγχώρηση ἀρχίζει τή στιγμή πού τό θύμα τῆς ἀδικίας, τῆς σκληρότητας, τῆς συκοφαντίας, δέχεται τόν προσβολέα ὅπως εἶναι, γιά τόν λόγο καί μόνο ὅτι ἐπέστρεψε. ῞Οπως ὁ ῎Ασωτος γιός, τοῦ ὁποίου ὁ πατέρας δέν ἄρχισε τίς ἐρωτήσεις, δέν διεκδίκησε τίποτε, δέν ἔθεσε ὅρους προκειμένου νά τόν ἐπανεντάξει στήν οἰκογένεια.

῾Η συγνώμη τοῦ Θεοῦ γίνεται δική μας ἀπό τή στιγμή πού Χριστός παίρνει πάνω Του τό φορτίο καί ὅλες τίς συνέπειες τῆς Πτώσεως, ὅταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁ ῎Ανθρωπος «ὁ ἐν πληγῇ ὤν» (῾Ησ. 52-53). Καί σίγουρα ὄχι ἀφοῦ πρῶτα γίνουμε ῞Αγιοι! ῾Ο Θεός εἶχε ἤδη δώσει τήν ἄφεση ὅταν εἶπε· «Εἶμαι ἕτοιμος νά πεθάνω γιά σένα· σέ ἀγαπῶ».

῎Ετσι ἀκριβῶς ἀρχίζει καί ἡ συγνώμη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. ᾿Εάν σέ μία οἰκογενειακή κρίση ὁ ὑπαίτιος ἁπλῶς ἐπιστρέψει, καί, εἴτε ἀπό πολύν ἐγωισμό, εἴτε ἀπό ὑπερβολική συστολή, εἴτε ἀκόμη καί ἀπό τό σφίξιμο τοῦ φόβου, παραμένει διστακτικός, ἡ λύτρωσή του ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἡ οἰκογένειά του τοῦ λέει· «Μά ἐμεῖς ποτέ δέν πάψαμε νά σέ ἀγαπᾶμε· διῶξε τόν φόβο, σέ ἀγαπᾶμε σέ τέτοιο σημεῖο πού νά πονᾶμε!

Τώρα πού γύρισες ὅλα θά γιατρευτοῦν». Γιά κεῖνον μάλιστα πού ἔχει τό δίκιο εἶναι εὔκολο νά πεῖ αὐτά τά λόγια, πολύ εὐκολότερο ἀπ’ ὅσο γιά κεῖνον πού ἔκανε τό λάθος· ἀλλά καί διότι ἡ πλευρά πού ἔχει τό δίκιο ἔχει κι αὐτή ἕνα μέρος τῆς εὐθύνης γιά τή ρήξη, γιά τόν καβγά καί πρέπει καί αὐτή νά ἐπανορθώσει.

Δικό της πρέπει νά εἶναι τό πρῶτο βῆμα πρός τή συμφιλίωση. Θυμᾶμαι ἕναν ἄνδρα πού κατεῖχε κάποιο ἀξίωμα· ἦρθε κάποτε νά μοῦ πεῖ ὅτι ἕνας φίλος του, ἄνθρωπος μέ πνευματικά ἐπιτεύγματα ὄχι μικρά, τόν εἶχε προσβάλει· «Ποιός πρέπει νά κάνει τό πρῶτο βῆμα γιά τή συμφιλίωση», μέ ρώτησε.

«Δέν μπορῶ νά ἀπαντήσω στήν ἐρώτησή σου», τοῦ εἶπα, «ἐπειδή δέν μπορῶ νά παίξω τόν ρόλο τοῦ δικαστῆ ἀνάμεσά σας, ἀλλά ἕνα πράγμα εἶναι βέβαιο· ὅποιος εἶναι πιό ποταπός, αὐτός θά περιμένει τόν ἄλλον νά κάνει τό πρῶτο βῆμα». ῾Ο ἐπιφανής ἄνδρας, χωρίς νά πεῖ τίποτε, πῆγε καί συμφιλιώθηκε μέ τόν φίλο του.

῾Η ματαιοδοξία ἔκανε αὐτό πού οὔτε ἡ ταπείνωση οὔτε ἡ σοφία οὔτε ἀκόμη καί ἡ ἁπλή φιλία δέν εἶχαν μπορέσει νά ἐπιτύχουν. Τί λυπηρό… Πόσο διαφορετική ἦταν ἡ γενναιόδωρη, γεμάτη ἀγάπη, δωρεάν συγνώμη πού πρόσφερε ὁ Πατέρας στόν ῎Ασωτο γιό του!

῾Ωστόσο, ἡ συγχώρηση δέν ἀποτελεῖ σέ καμία περίπτωση τό τέλος ὅλων τῶν προβλημάτων· στή μακρινή, ξένη χώρα τῆς ἐρημιᾶς του, ὁ παραπεταμένος παραβάτης, δέν μπορεῖ παρά νά ἀπέκτησε ἀπωθητικούς γιά τήν οἰκογένειά του καί τούς φίλους του τρόπους·

ἡ μυρωδιά τῶν χοίρων θά εἶχε γιά καλά κολλήσει πάνω στό κορμί τοῦ ἄσωτου γιοῦ, καί οἱ συνήθειες τῆς ἀλλοπρόσαλλης ζωῆς δέν μποροῦν νά ἐξαφανιστοῦν μέσα σέ μιά νύχτα· θά πρέπει νά τίς ξεμάθει σιγά σιγά, ἴσως πολύ πολύ ἀργά· εἶναι πιθανόν, ἴσως ἀναπόφευκτο νά ἔχει χάσει πολλούς ἀπό τούς ἐκλεπτυσμένους τρόπους τοῦ ἀρχικοῦ του περιβάλλοντος· θά πρέπει νά τούς ξαναβρεῖ σιγά σιγά.

Καί ἡ οἰκογένεια θά μπορέσει νά τόν ἐπανεντάξει, νά τόν ἀναγεννήσει καί νά τόν συγχωρήσει μόνο στόν βαθμό πού τά μέλη της θά θυμοῦνται (δέν θά ξεχνοῦν) τίς ἀδυναμίες του, τά ἐλαττώματα τοῦ χαρακτήρα του, τίς κακές συνήθειες πού ἀπέκτησε.

Νά τά θυμοῦνται χωρίς μνησικακία, χωρίς τό αἴσθημα τῆς ὑπεροχῆς, χωρίς ντροπή, ἀλλά μέ τόν πόνο πού γεννᾶ ἡ συμπάθεια, ἐκείνη ἡ συμπόνοια πού κάνει νά «ὑπερπερισσεύει ἡ χάρη ἐκεῖ ὅπου πλεονάζει ἡ ἁμαρτία». Μέ θέληση καί αὐστηρή ἀποφασιστικότητα ποτέ ἄς μήν ξεχάσουν ἀπό τί πρέπει ὁ ἀγαπημένος νά προστατευθεῖ ἀπό τή φυσική του εὐθραυστότητα, ἀπό τήν ἐπίκτητη ἀδυναμία.

Διαφορετικά, ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ἰαματική καί προστατευτική μας βοήθεια θά ὑποβληθεῖ σέ συντριπτικά ἰσχυρούς πειρασμούς καί θά γίνει τό θύμα μιᾶς ἀτέλειωτης, πικρῆς ἀλληλοκατηγορίας. Συγχωρῶ καί θέτω ὑπό ἐπιτήρηση εἶναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα.

Συγχωρῶ σημαίνει δέχομαι τόν ἄλλον «καθώς ὁ Χριστός ἐδέξατο ἡμᾶς», σημαίνει «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε», ὅπως ᾿Εκεῖνος βαστάζει τά δικά μας, τά βάρη τοῦ θύματος καί τά βάρη τοῦ ἐνόχου, ἀγαπώντας τούς μέν μέ μία ἀγάπη χαρούμενη, τούς δέ μέ μία ἀγάπη θυσιαστική, μέ τή χαρά τῆς αὐτο-προσφορᾶς.
Α

ὐτός εἶναι ὁ τρόπος τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Σταυρός Του μαρτυρεῖ τήν πίστη Του στό ἀνθρώπινο γένος καί στόν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, τήν ἀκατάβλητη ἐλπίδα Του. ῎Ετσι ὁ θάνατός Του γίνεται ζωή μας καί ἡ ᾿Ανάστασή Του, ἡ δική μας Αἰωνιότητα.

Ἀπό τό βιβλίο:

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»

Ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία, (Τοῦ Ἀσώτου)

7 Φεβρουαρίου, 2026

Fr. Alexander Schmemann

imagesCASB8UYC

Τὴν δευτρη Κυριακή τῆς προετοιμασίας μας γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ διαβάζουμε τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-32).

Ἡ παραβολὴ τούτη μαζὶ μὲ τοὺς ὕμνους τῆς ἡμέρας αὐτῆς μᾶς παρουσιάζουν τὴ μετάνοια σὰν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἐξορία.

Ὁ ἄσωτος γιός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ κεῖ σπατάλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα!

Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης πού θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸν Θεό.

Ἕνας ἄνθρωπος πού ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, πού ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲ θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστιανισμός.

Καὶ αὐτὸς πού νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, πού ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη πραγματικότητα, αὐτὸς δὲν θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.

Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση.

Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη.

Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος.

Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα.

Ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτό, εἶναι μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθιὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὰ χαμένο σπίτι.

Ἔλαβα ἀπὸ τὸν Θεὸ θαυμαστὰ πλούτη: πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴ ζωὴ καὶ τὴ δυνατότητα νὰ τὴ χαίρομαι, νὰ τὴν ὀμορφαίνω μὲ νόημα, ἀγάπη καὶ γνώση: ὕστερα −μὲ τὸ Βάπτισμα− ἔλαβα τὴ νέα ζωὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας.

Ἔλαβα τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα ἀπ’ αὐτή, τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσω καθετὶ καὶ τὴ δύναμη νὰ εἶμαι «τέκνον Θεοῦ».

Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχασα, τὰ χάνω καθημερινά, ὄχι μόνο μὲ τὶς «συγκεκριμένες ἁμαρτίες» καὶ τὶς «παραβάσεις» ἀλλὰ μὲ τὴν ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν: τὴν ἀπομάκρυνση τῆς ἀγάπης μου ἀπὸ τὸν Θεό, προτιμώντας τὴν «μακρινὴ χώρα» ἀπὸ τὸ ὄμορφο σπίτι τοῦ Πατέρα.

Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι ἐδῶ παροῦσα γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τί ἔχω ἐγκαταλείψει, τί ἔχω χάσει. Καὶ καθώς μοῦ τὰ ὑπενθυμίζει μὲ τὸ Κοντάκιο τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἀναλογίζομαι ὅτι:

Τῆς πατρώας, δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοὶ τὴν τοῦ Ἀσώτου, φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου Πάτερ οἰκτίρμον, δέξαι με μετανοοῦντα, καὶ ποίησόν με, ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.

Καί, καθὼς ἀναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου τὴν ἐπιθυμία τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν πραγματοποιήσω: «ἀναστάς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῶ, πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου, ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ἀναφέρουμε εἰδικὰ μία λειτουργικὴ λεπτομέρεια τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου. Στὸν Ὄρθρο, μετὰ τὸν γιορταστικὸ καὶ χαρούμενο ψαλμὸ τοῦ Πολυελαίου, ψέλνουμε τὸν λυπηρὸ καὶ νοσταλγικὸ 136ο ψαλμό:

Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθήσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών… πῶς ἄσομαι τὴν ὠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλότριας; ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λαρύγγί μου, ἐὰν μὴ σοῦ μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.

Εἶναι ὁ ψαλμὸς τῆς ἐξορίας. Τὸν ἔψαλλαν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴ βαβυλώνια αἰχμαλωσία τους καθὼς σκέφτονταν τὴν ἱερὴ πόλη τους, τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἀπὸ τότε ὁ ψαλμὸς αὐτὸς ἔγινε ὁ ψαλμὸς τοῦ ἀνθρώπου πού συνειδητοποιεῖ τὴν ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συναισθανόμενος αὐτὴ τὴν ἐξορία γίνεται πάλι ἄνθρωπος.

Γίνεται ἐκεῖνος πού ποτὲ πιὰ δὲν θὰ νιώσει βαθιὰ ἱκανοποίηση μὲ τίποτε στὸν «πεπτωκότα» αὐτὸν κόσμο, γιατί ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἀπὸ τὴν κλήση του εἶναι ἕνας ἀναζητητὴς τοῦ Τέλειου.

Ὁ ψαλμὸς αὐτὸς θὰ ψαλεῖ δύο ἀκόμα φορές: τὶς δύο τελευταῖες Κυριακὲς πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή· καὶ τὴν παρουσιάζει σὰν ἕνα μακρινὸ ταξίδι, σὰν μετάνοια, σὰν ἐπιστροφή.

Ἁπό τό βιβλίο:Μεγάλη Σαρακοστὴ-Πορεία πρὸς τὸ Πάσχα,

 ἔκδ. Ἀκρίτας

Ο τελώνης κι ὁ Φαρισαῖος

1 Φεβρουαρίου, 2026

ARCH. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

Untitled-12

 Σήμερα … ἀκούσαμε τήν ἱστορία τοῦ Φαρισαίου καί τοῦ Τελώνη (Λουκ. 18, 10-14). ῾Ο Τελώνης εἶχε ἐπίγνωση ὅτι ἦταν ἀνάξιος νά παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί νά γίνεται δεκτός στή συντροφιά ἀξιοσέβαστων ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ὁ Θεός θά ἐπιδοκίμαζε.

῏Ηρθε μέχρι τή θύρα τοῦ Ναοῦ ἀλλά δέν μποροῦσε νά διαβεῖ τό κατώφλι, διότι γνώριζε ὅτι σ’ αὐτόν τόν κόσμο, τόν λερωμένο, τόν μολυσμένο καί βεβηλωμένο ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία, ἀπό τό αἷμα καί τό κακό σέ ὅλες του τίς μορφές, ὁ Ναός ἦταν χῶρος ἀφιερωμένος μόνο στόν Θεό. ῞Ολος ὁ ὑπόλοιπος κόσμος, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τά λόγια τοῦ Σατανᾶ κατά τούς πειρασμούς τοῦ Χριστοῦ, «ἐμοί παραδέδοται».

᾿Αλλά ὁ Ναός εἶναι ἕνας χῶρος τόν ὁποῖο ἄνθρωποι μέ πίστη -ἀδύναμοι ἀσφαλῶς, ἀλλά μέ πίστη στόν Θεό- ἀπέκοψαν ἀπό τό βασίλειο αὐτό τοῦ τρόμου γιά νά ἀποτελεῖ μία θέα τῆς θείας ὡραιότητας, κατοικητήριο τοῦ ῾Ενός πού δέν ἔχει «ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ», σ’ ἕνα κόσμο πού ἐκλάπη ἀπό Αὐτόν καί ἔχει παραδοθεῖ στά χέρια τοῦ ᾿Αντιδίκου.
Καθώς ὁ Τελώνης στεκόταν στό κατώφλι ἤξερε ὅτι ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ κακοῦ, καί δέν εἶχε πρόσβαση στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ. ῾Ωστόσο, ἔνιωθε τή διαφορά, ἔνιωθε τρόμο γιά τόν ἑαυτό του καί μία λατρευτική στάση γεννιόταν μέσα του ἀπέναντι στόν θεϊκό αὐτό χῶρο.

῎Ετυπτε τό στῆθος του καί ζητοῦσε ἔλεος, ἐπειδή γιά τίποτε ἄλλο δέν μποροῦσε νά ἐλπίζει οὔτε σέ τίποτε ἄλλο νά ὑπολογίζει.
Καί ὁ Φαρισαῖος στεκόταν ἀκριβῶς στό μέσον τοῦ Ναοῦ· εἶχε μπεῖ καί εἶχε λάβει θέση ἐκεῖ ὡς κάποιος πού εἶχε κάθε δικαίωμα νά στέκεται στόν τόπο αὐτό. Γιατί;

῎Οχι ἐπειδή εἶχε καθαρή καρδιά, ἀλλά ἐπειδή εἶχε τηρήσει κάθε ἕναν ἀπό τούς τύπους πού εἶχε καθιερώσει ἡ Συναγωγή, ὅπως πολλοί ἀπό μᾶς τηροῦν τούς ἐξωτερικούς κανόνες τῆς ζωῆς, χωρίς αὐτοί νά διεισδύουν οὔτε κἄν μέσα ἀπό τό δέρμα μας, χωρίς νά φθάνουν στήν καρδιά μας, χωρίς νά ἀναμορφώνουν οὔτε νά νοηματοδοτοῦν τίς σκέψεις μας.
῎Εχουμε λοιπόν καί πάλι μπροστά μας δύο ἄνδρες καί ὁ Χριστός μᾶς ρωτᾶ· ᾿Εσύ ποιός εἶσαι; ῎Εχεις βαθιά ἐπίγνωση τῆς ἁγιότητας τοῦ Θεοῦ, ἀναγνωρίζεις ὅτι δέν ὑπάρχει πρόσβαση σ’ Αὐτόν παρά μόνον ἄν ᾿Εκεῖνος θελήσει νά σκύψει πρός ἐμᾶς, γιά νά μᾶς χαρίσει τήν ἴαση καί τή σωτηρία;

Η μήπως εἴμαστε σάν τόν Φαρισαῖο πού θά πεῖ στόν Θεό, ἤ μᾶλλον θά Τοῦ πετάξει κατάμουτρα, «῞Οσα ζήτησες, τά ἔχω πράξει. Τί ἄλλο μπορεῖ νά θέλεις ἀπό μένα;». Δέν εἴμαστε τόσο ἀλαζόνες γιατί δέν ἔχουμε κἄν τό κουράγιο νά εἴμαστε ἀλαζόνες ὅπως ὁ Φαρισαῖος, οὔτε ἔχουμε τή θαρραλέα σταθερότητα νά εἴμαστε τόσο ἀκριβεῖς τηρητές τοῦ Νόμου ὅπως ἐκεῖνος.
῎Ας ρωτήσουμε λοιπόν τόν ἑαυτό μας· Μιμούμαστε τόν Φαρισαῖο στίς πράξεις, τηρώντας ὅλα τά διατεταγμένα τῆς χριστιανικῆς μας πίστης; Καί πέραν αὐτοῦ, ἐπιτρέπουμε στήν πίστη μας νά μεταμορφώνει τίς καρδιές μας, νά ρυθμίζει τή θέλησή μας, νά φωτίζει τή διάνοιά μας;
Τό εὐαγγέλιο σήμερα μᾶς ἀναθέτει αὐτό τό καθῆκον. ῎Ας τό σκεφθοῦμε. Θά ἀποτελέσει ἕνα ἀκόμη βῆμα στήν κριτική τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὥστε νά μήν καταδικαστοῦμε.
ΙΙ.

Πόσο σύντομη καί γνωστή ἡ σημερινή παραβολή, καί ὅμως, τό μήνυμά της ἠχηρό, γεμάτο πρόκληση…
Κι ἀποδεικνύεται ἠχηρό σέ κάθε του λέξη· δύο ἄντρες μπαίνουν μέσα στόν Ναό σ’ ἕνα κόσμο χαμένο γιά τόν Θεό, ὁ ἱερός χῶρος τοῦ Ναοῦ, ἀνήκει ἀποκλειστικά σ’ Αὐτόν, εἶναι τό δικό Του ἱερό Βασίλειο.

῾Ο ἕνας ἀπ’ τούς ἄντρες προχωρεῖ τολμηρός στό ἐσωτερικό, καί παίρνει θέση μπροστά στόν Θεό· ὁ ἄλλος ἔρχεται, ἀλλά δέν τολμᾶ κἄν νά διαβεῖ τό κατώφλι• εἶναι ἁμαρτωλός, καί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος, ὅπως ἐκεῖνος γύρω ἀπό τήν Καιομένη Βάτο, στήν ἔρημο, ὅπου ὁ Μωυσῆς δέν μποροῦσε νά εἰσέλθει χωρίς νά βγάλει τά ὑποδήματά του, δηλαδή χωρίς νά διακατέχεται ἀπό λατρεία καί φόβο Θεοῦ.
Καί πόση διαφορά στά λόγια τους!

῾Ο Φαρισαῖος ἐμφανῶς δοξάζει τόν Θεό, Τόν ὑμνεῖ, ἀλλά γιά ποιό πράγμα; Μά, διότι ἔφτιαξε ἕναν ἄνθρωπο σάν κι αὐτόν, τόσο ἅγιο, τόσο ἄξιό Του· ἕναν ἄνθρωπο πού ὄχι μόνο τηρεῖ ὅλες τίς διατάξεις τοῦ Νόμου, ἀλλά προχωρεῖ καί πέραν αὐτῶν, πέραν ὅσων ὁ Θεός ἐντέλλεται καί ἀναμένει ἀπό τόν ἄνθρωπο.

Πράγματι, στέκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δοξάζοντάς Τον, ἐπειδή αὐτός, ὁ Φαρισαῖος, εἶναι τόσο θαυμάσιος, ὥστε ἀποτελεῖ τή δόξα καί τή λαμπρότητα καί τήν ἀποκάλυψη τῆς ἁγιότητας τοῦ Θεοῦ.
῾Ο Τελώνης δέν τολμᾶ νά μπεῖ στόν ἱερό χῶρο τοῦ Θεοῦ.
Καί ἡ παραβολή εἶναι σαφής· ἐκεῖνος πού ἦρθε καί στάθηκε συντετριμμένος, γεμάτος ντροπή γιά τόν ἑαυτό του, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά μπεῖ στόν ἱερό αὐτό χῶρο, ἐπιστρέφει στόν οἶκο του συγχωρημένος, ἀγαπώμενος, συνοδευόμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, πού ἦρθε στόν κόσμο γιά νά σώσει τούς ἁμαρτωλούς καί ὁ ὁποῖος στέκεται δίπλα σέ κάθε ἕναν πού Τόν ἔχει ἀνάγκη, καί πού ἀναγνωρίζει πόσο χρειάζεται τή σωτηρία.
῾Ο Φαρισαῖος πηγαίνει καί αὐτός στό σπίτι του, εἶναι ὅμως λιγότερο συγχωρημένος· ἡ δική του σχέση μέ τόν Θεό δέν εἶναι ἡ ἴδια· στό κέντρο της εἶναι αὐτός, ὁ Θεός κινεῖται στήν περιφέρειά της.

῾Ο Φαρισαῖος εἶναι στόν πυρήνα τῶν πραγμάτων, ὁ Θεός εἶναι ὑποχείριός του. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὅλα ὅσα ἔχει κάνει δέν ἔχουν ἀξία· ἁπλῶς σημαίνει πώς σέ ὅ,τι τόν ἀφορᾶ, οἱ καλές του πράξεις δέν ἔχουν ἀποφέρει καρπούς ἁγιότητας μέσα του. Οἱ πράξεις ἦταν καλές, ἀλλά λεκιασμένες, δηλητηριασμένες ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τήν αὐτό-δικαίωση· ἡ ὀμορφιά τους ἀμαυρώθηκε, διότι δέν ἀπευθύνονταν οὔτε πρός τόν Θεό οὔτε πρός τόν συνάνθρωπό του, ἦταν στραμμένες πρός τόν ἑαυτό του.

Καί ὁ Κύριος μᾶς λέει ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια ἀπογύμνωσε αὐτόν τόν ἄνθρωπο, τοῦ ἀφαίρεσε τούς καρπούς τῶν καλῶν του ἔργων, τούς καρπούς τῆς ἐξωστρεφοῦς πιστότητάς του στόν νόμο τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι μόνο ἡ ταπείνωση θά μποροῦσε νά εἶχε νοηματοδοτήσει καί αὐτόν καί τά ἔργα του, μόνο αὐτή θά μποροῦσε νά μετασχηματίσει τίς πράξεις του σέ ζωή, σέ ὕδωρ ζωῆς αἰωνίου.
Μά τότε τίθεται ἐνώπιόν μας τό ἐρώτημα· πῶς μποροῦμε νά μάθουμε ἔστω κάτι γιά τήν ταπεινοφροσύνη, ἄν αὐτή εἶναι ὁ ἀπόλυτος ὅρος προκειμένου νά μή ἔχουμε τήν τύχη τῆς ξηρανθείσης συκῆς, ἀλλά νά εἴμαστε καρποφόροι, νά εἴμαστε ἡ πλούσια σοδειά ἀπό τήν ὁποία θά τρέφονται οἱ ἄνθρωποι;
Δέν ξέρω πῶς θά μπορούσαμε νά κινηθοῦμε μέ μιᾶς ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τή ματαιδοξία πρός τήν ταπείνωση· ἴσως μόνο ἄν συμβεῖ κάτι τόσο τραγικό στή ζωή μας καί στερηθοῦμε ἐντελῶς ὅλα ἐκεῖνα πού στήριζαν τήν ἁμαρτωλή, καταστροφική, ἄκαρπη κατάστασή μας.

῞Ενα πράγμα μποροῦμε νά κάνουμε· ὅσα χαρίσματα κι ἄν νομίζουμε ὅτι κατέχουμε, ψυχικά, διανοητικά καί σωματικά, ὅσο γόνιμες κι ἄν βρίσκουμε τίς πράξεις μας, νά θυμόμαστε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου· ῎Ω, ἄνθρωπε, τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες;…

Καί πραγματικά, ἀπηχοῦν τά λόγια τοῦ Κυρίου, στόν πρῶτο Μακαρισμό, ἐκεῖνον πού ἀνοίγει τή θύρα σέ ὅλους τούς ἄλλους Μακαρισμούς καί πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς κατανόησης· «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι», μακάριοι ὅσοι κατανοοῦν, ὄχι μόνο μέ τή διάνοιά τους (πάντως σίγουρα τουλάχιστον μ’ αὐτή) ὅτι δέν εἶναι τίποτε καί δέν κατέχουν τίποτε πού νά μήν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.
Κληθήκαμε στή ζωή ἐκ τοῦ μηδενός, χωρίς νά χρειαστεῖ ἡ συμμετοχή μας· ἡ ἴδια μας ἡ ὕπαρξη εἶναι ἕνα δῶρο! Μᾶς δόθηκε ἡ ζωή, τήν ὁποία ἐμεῖς δέν μπορούσαμε νά δημιουργήσουμε, δέν μπορούσαμε νά δωρήσουμε στόν ἑαυτό μας! Μᾶς δόθηκε ἡ γνώση τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, καθώς καί μία ὄντως βαθύτερη, ἐκ τοῦ σύνεγγυς, γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅλα δωρεάν!

Καί στή συνέχεια, ὅ,τι εἴμαστε εἶναι δικό Του δῶρο· τό σῶμα μας, ἡ καρδιά, ἡ διάνοια, ἡ ψυχή, τί ἐξουσία ἔχουμε ἐπάνω τους, ἐάν ὁ Θεός πάψει νά τά συντηρεῖ; ῞Ενα ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο ἀρκεῖ, καί τή μεγαλύτερη εὐφυΐα τήν καταπίνει τό σκοτάδι. ῾Υπάρχουν στιγμές πού πρέπει νά δώσουμε λίγη ἀγάπη καί συμπάθεια καί ἀνακαλύπτουμε ὅτι οἱ καρδιές μας εἶναι ἀπό πέτρα ἤ ἀπό πάγο…

Θέλουμε νά κάνουμε τό καλό καί δέν μποροῦμε· τό γνώριζε αὐτό ὁ ᾿Απόστολος ὅταν ἔλεγε «Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν, τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. 7, 19). Καί τό σῶμα μας ἀπό πόσα πράγματα ἐξαρτᾶται!
Καί τί νά ποῦμε γιά τίς σχέσεις μας, γιά τή φιλία πού μᾶς προσφέρεται, τήν ἀγάπη πού μᾶς κρατᾶ ζωντανούς, τήν ἀδελφοσύνη, ὅ,τι εἴμαστε κι ὅ,τι ἔχουμε μᾶς ἔχει δοθεῖ.

Ποιά εἶναι ἡ ἑπόμενη κίνηση; Δέν εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη; ᾿Αντί νά στραφοῦμε πρός τόν Θεό ὡς φαρισαῖοι, ἐπαινώντας τόν ἑαυτό μας γι’ αὐτό πού εἴμαστε καί ξεχνώντας ὅτι ὅλα εἶναι δικά Του, ἄς στραφοῦμε πρός Αὐτόν λέγοντας· ῎Ω, Κύριε, ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα πού προέρχονται ἀπό Σένα· ὅλη αὐτή ἡ ὀμορφιά, ἡ εὐφυΐα, ἡ εὐαίσθητη καρδιά, ὅλες οἱ συγκυρίες τῆς ζωῆς εἶναι δῶρο.

Δῶρο εἶναι ἀκόμη καί ἐκεῖνες πού μᾶς τρομάζουν, διότι ὁ Θεός μᾶς λέει· «Σέ ἐμπιστεύομαι ἀρκετά, τόσο ὥστε νά σέ στείλω στό σκοτάδι γιά νά φέρεις τό φῶς! Σέ στέλνω μέσα στή διαφθορά γιά νά γίνεις τό ἅλας πού ἀνακόπτει τή φθορά! Σέ στέλνω ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει ἐλπίδα, γιά νά κομίσεις ἐλπίδα, ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει χαρά γιά νά γίνεις πρόξενος χαρᾶς, ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει ἀγάπη, γιά νά γίνεις φορέας ἀγάπης…

Καί θά μπορούσαμε νά συνεχίσουμε ἐπ’ ἄπειρον, βλέποντας ὅτι ὅταν μᾶς στέλνει στό σκοτάδι, τό κάνει γιά νά μαρτυρήσουμε τήν παρουσία καί τή ζωή τοῦ Θεοῦ, τό κάνει γιατί μᾶς ἔχει ἐμπιστοσύνη, πιστεύει σ’ ἐμᾶς, ἐλπίζει γιά μᾶς τό καλύτερο· δέν ἀρκεῖ αὐτό γιά νά Τοῦ εἴμαστε εὐγνώμονες;
Εὐγνωμοσύνη ὅμως δέν εἶναι ἕνα κρύο εὐχαριστῶ· εὐγνωμοσύνη σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμε νά Τόν κάνουμε νά δεῖ πώς ὅσα μᾶς ἔδωσε δέν πῆγαν χαμένα, ὅτι δέν ἐνανθρώπησε, δέν ἔζησε καί πέθανε ἄδικα· εὐγνωμοσύνη σημαίνει μιά ζωή πού θά μποροῦσε νά δώσει χαρά στόν Θεό·

νά ἡ πρόκληση τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς παραβολῆς…
Ναί, τό ἰδεῶδες γιά μᾶς θά ἦταν νά εἴμαστε ταπεινοί, ἀλλά τί εἶναι ἡ ταπείνωση; Ποιός ἀπό μᾶς ξέρει, καί ἄν ξέρει, ποιός μπορεῖ νά τό μεταφέρει σ’ ἐκεῖνον πού δέν ξέρει; Τήν εὐγνωμοσύνη ὅμως ὅλοι τή γνωρίζουμε· γνωρίζουμε μικρούς τρόπους, καί μικρές πτυχές της!

῎Ας στοχαστοῦμε πάνω σ’ αὐτή καί, μέσα σέ μία πράξη εὐγνωμοσύνης, ἄς ἀναγνωρίσουμε ὅτι δέν ἔχουμε δικαίωμα νά βρισκόμαστε στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ, κι ὅμως ᾿Εκεῖνος μᾶς ἐπιτρέπει νά εἰσέλθουμε! Δέν ἔχουμε δικαίωμα νά ἐπικοινωνοῦμε μαζί Του, οὔτε μέ τήν προσευχή οὔτε μέ τό Μυστήριο, κι ὅμως ᾿Εκεῖνος μᾶς καλεῖ σέ κοινωνία!

Δέν ἔχουμε δικαίωμα νά εἴμαστε παιδιά Του, νά εἴμαστε ἀδελφοί καί ἀδελφές τοῦ Χριστοῦ, νά εἴμαστε κατοικητήριο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, κι ὅμως ᾿Εκεῖνος, μέ μιά κίνηση ἀγάπης, μᾶς τά παραχωρεῖ ὅλα!
῎Ας ἀναλογιστεῖ ὁ καθένας μας κι ἄς ἀναρωτηθεῖ· μέ ποιόν τρόπο μπορῶ νά Τοῦ εἶμαι εὐγνώμων, ἔτσι ὥστε ὁ Θεός νά εὐφραίνεται ὅτι δέν μᾶς γέμισε μέ τά δῶρα Του μάταια, δέν ἐνανθρώπησε καί πέθανε γιά μᾶς ἄδικα, ὅτι τό μήνυμα τό ἔχουμε λάβει.

Κι ὅταν ἡ εὐγνωμοσύνη μας βαθύνει, ἐκεῖ στό βάθος της, θά συντριβοῦμε, θά λατρεύσουμε τόν Κύριο καί θά μάθουμε τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ταπείνωση, δέν εἶναι ὑποβάθμιση ἀλλά λατρεία, ἐπίγνωση ὅτι Αὐτός εἶναι ὅλα ὅσα ἔχουμε καί ὅ,τι εἴμαστε καί ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἀνοιχτοί ἀπέναντί Του, ὅπως ἡ εὔφορη γῆ εἶναι ἕτοιμη νά δεχτεῖ τό ἀλέτρι, τή σπορά, τό ἡλιοφῶς, τή βροχή, τό καθετί πού θά φέρει καρποφορία.

Ἀπό το βιβλίο:
ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, πορεία ἀπό τό τριώδιο στήν ἀνάσταση
Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»

Ἡ διακαὴς ἐπιθυμία (Κυριακὴ Ζακχαὶου)

25 Ιανουαρίου, 2026

Πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

Πολὺ πρὶν ἀρχίσει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀναγγέλλει ὅτι πλησιάζει καὶ μᾶς καλεῖ νὰ μποῦμε στὴν περίοδο τῆς προετοιμασίας γι’ αὐτήν.

Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τῆς Ὀρθόδοξης λειτουργικῆς παράδοσης τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε μεγάλη γιορτὴ ἢ περίοδος – π.χ. τὸ Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα, ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ κ.λπ. – προαναγγέλλεται καὶ «ἑτοιμάζεται» ἀπὸ νωρίτερα.

Γιατί; Διότι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μιὰ βαθιὰ ψυχολογικὴ γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ξέροντας τὴν ἔλλειψη αὐτοσυγκέντρωσης καὶ τὴν τρομακτικὴ «κοσμικότητα» τῆς ζωῆς μας, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἀλλάξουμε αὐτόματα, νὰ πᾶμε ξαφνικὰ ἀπὸ τὴ μιὰ πνευματικὴ ἢ διανοητικὴ κατάσταση σὲ μιὰ ἄλλη.

Ἔτσι, ἀρκετὰ πρὶν ἀρχίσει ἡ οὐσιαστικὴ προσπάθεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία προκαλεῖ τὴν προσοχή μας στὴ σοβαρότητα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ σκεφτοῦμε τὴ σημασία της.

Πρὶν μποῦμε στὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ ἀρχίσουμε νὰ τὴ ζοῦμε, μᾶς παρουσιάζει τὸ νόημά της. Αὐτὴ ἡ προπαρασκευαστικὴ περίοδος περιλαμβάνει τὶς πέντε διαδοχικὲς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή.

Κάθε μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ἔχει εἰδικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ εἶναι ἀφιερωμένη σὲ κάποιο θεμελιακὸ γεγονὸς μετάνοιας.

Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς γίνεται τὴν Κυριακὴ ποὺ διαβάζουμε τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ γιὰ τὸ Ζακχαῖο (Λουκ. 19, 1-10).

Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἦταν πολὺ κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἶχε τόσο διακαὴ ἐπιθυμία νὰ Τὸν δεῖ ποὺ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο.

Ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε στὴν ἐπιθυμία του καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ἔτσι τὸ θέμα αὐτῆς τῆς πρώτης προαγγελίας εἶναι ἡ ἐπιθυμία. Ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τὶς ἐπιθυμίες του.

Μπορεῖ ἀκόμη νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος μιὰ ἐπιθυμία καὶ αὐτὴ τὴ βασικὴ ψυχολογικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ἀναγνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο: «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» λέει ὁ Χριστός.

Μιὰ ἀσίγαστη ἐπιθυμία ξεπερνάει τοὺς φυσικοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν παθιασμένα ἐπιθυμεῖ κάτι, κάνει πράγματα ποὺ κάτω ἀπὸ «ὁμαλὲς» συνθῆκες θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὰ κάνει.

Ἂν καὶ «κοντὸς» ὑπερβαίνει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Τὸ μόνο πρόβλημα, λοιπόν, εἶναι κατὰ πόσο ἐπιθυμοῦμε πράγματα σωστά, κατὰ πόσο ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας μέσα μας σκοπεύει σὲ σωστὸ τέρμα ἢ κατὰ πόσο – ὅπως λέει ὁ ὑπαρξιστὴς ἄθεος Jean Paul Sartre – ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα «ἄχρηστο πάθος».

Ὁ Ζακχαῖος ἐπιθυμοῦσε τὸ «σωστό», ἤθελε νὰ δεῖ καὶ νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό.

Ὁ Ζακχαῖος εἶναι τὸ πρῶτο σύμβολο μετάνοιας, γιατὶ ἡ μετάνοια ἀρχίζει σὰν μιὰ ἀνακάλυψη τῆς βαθιᾶς φύσης ὅλης τῆς ἐπιθυμίας: τῆς ἐπιθυμίας γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὴ δικαιοσύνη Του, γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή.

Ὁ Ζακχαῖος εἶναι «κοντός», ἀσήμαντος, ἁμαρτωλός, μὲ περιορισμένη αἴσθηση εὐθύνης, ἀλλὰ ἡ σφοδρὴ ἐπιθυμία του τὰ ξεπερνάει ὅλα αὐτά.

Κατὰ κάποιο τρόπο «ἐκβιάζει» τὸ Χριστὸ νὰ τὸν προσέξει· φέρνει τὸ Χριστὸ στὸ σπίτι του.

Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀγγελία, ἡ πρώτη πρόσκληση· δική μας ὑπόθεση εἶναι τὸ νὰ ἐπιθυμήσουμε αὐτὸ ποὺ εἶναι βαθύτερο καὶ πιὸ ἀληθινὸ μέσα στὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα γιὰ τὸ Ἀπόλυτο ποὺ βρίσκεται μέσα μας, εἴτε τὸ ξέρουμε εἴτε ὄχι, καὶ ποὺ ὅταν ξεκλίνουμε καὶ ἀπομακρύνουμε τὶς ἐπιθυμίες μας ἀπ’ αὐτό, τότε γινόμαστε, πραγματικά, ἕνα «ἄχρηστο πάθος».

Ἂν ὅμως ἐπιθυμοῦμε βαθιά, ἐπιθυμοῦμε εἰλικρινά, τότε ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίνεται.

Κυριακή ΙΒ΄Λουκᾶ- Τῶν δέκα Λεπρῶν

17 Ιανουαρίου, 2026

Εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινά κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες·

᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μέτὰ φωνῆς μέγάλης δοξάζων τόνν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτόνς ἦν Σαμαρείτης.

ἀποκριθεὶς δὲ ὁ᾿Ιησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν;

οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦνάι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; καὶ εἶπεν αὐτῷ·

ἀνάστὰς πορεύου· ἡ πίστίς σου σέσωκέ σε.

(Λουκ. 17, 12-19).

ταν δέκα λεπροί. Εἶναι φρικτό νά βλέπεις ἕνα λεπρό, πόσο μᾶλλον νά δεῖς δέκα μαζί. Ἕνα σῶμα καλυμμένο ὁλόκληρο, ἀπὸ τὴν κορφὴ ὡς τὰ νύχια, μὲ ἄσπρες κηλῖδες, κακοφορμισμένες πληγές, ποὺ στήν ἀρχὴ δημιουργοῦν φαγούρα κι ἔπειτα καῖνε σὰν φλόγα.

Ἕνα σῶμα πού φθείρεται συνέχεια καὶ λειώνει. Ἕνα σῶμα πού ἔχει περισσότερο πύον παρὰ αἷμα. Ἕνα σῶμα πού μυρίζει τόσο ἐξωτερικὰ ὅσο κι ἐσωτερικά. Κι ὅταν ἡ λέπρα προσβάλει τό στόμα, τήν μύτη ἢ τὰ μάτια, φαντάζεστε τί ἀέρα ἀνασαίνει ὁ λεπρὸς ἀπὸ τό γεμάτο πύον στόμα του, τὶ γεύση ἔχει αὐτό πού τρώει, καὶ πῶς τοῦ φαίνεται ὁ κόσμος πού βλέπει ἀπὸ τὰ γεμάτα πύον μάτια του.

Σύμφωνα μέ τόν Νόμο τοῦ Μωυσῆ, στούς λεπροὺς ἀπαγορευόταν νὰ ἔλθουν σ’ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους… Κι οἱ λεπροί, γιά νά ἐμποδίσουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους νά τοὺς πλησιάσουν, τοὺς φώναζαν ἀπὸ μακριά, μὲ τό μοναδικὸ ὄνομα πού ἀναφέρεται στόν Νόμο γι’ αὐτούς: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!» Ἀναφέρεται στόν Νόμο:

«Καὶ ὁ λεπρὸς ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφή, τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἔστω παραλελυμένα καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἀκάλυπτος, καὶ περὶ τὸ στόμα αὐτοῦ περιβαλέσθω, καὶ ἀκάθαρτος κεκλήσεται» (Λευϊτ. 13, 45). Τὰ ῥοῦχα του πρέπει νά εἶναι σχισμένα, γιά νά φαίνεται ἡ λέπρα του. Τό κεφάλι του νά εἶναι ἀκάλυπτο, καὶ τό στόμα του καλυμμένο, γιά τόν ἴδιο λόγο. Καὶ, κυρίως, ἔπρεπε νά φωνάζουν: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!» Ἀπομακρύνονταν ἀπό τίς πόλεις καὶ τὰ χωριά καὶ ζοῦσαν χειρότερα κι ἀπὸ τὰ ζῶα, περιφρονημένοι καὶ ξεχασμένοι.

Ἀναφέρεται στό Λευϊτικό: «Πάσας τὰς ἡμέρας, ὅσας ἐὰν ᾖ ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ ἁφή, ἀκάθαρτος ὢν ἀκάθαρτος ἔστάι, κεχωρισμένος καθήσεται, ἔξω τῆς παρεμβολῆς αὐτοῦ ἔστάι ἡ διατριβή.» (Λευϊτ. 13, 46). Τοὺς λογάριαζαν νεκρούς, ἀλλ’ ἡ μοῖρα τους ἦταν χειρότερη κι ἀπὸ τῶν νεκρῶν.

Μιά μέρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας, τοῦ κάλλους καὶ τῆς δύναμης, πέρασε κοντὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα ῥάκη, αὐτὰ τὰ δύσοσμα ὑπολείμματα τῆς ζωῆς. Μόλις οἱ λεπροὶ κατάλαβαν πὼς δίπλα τους περνοῦσε Ἐκεῖνος, σήκωσαν τήν φωνή τους ἀπὸ μακριὰ καὶ εἶπαν: «Ἰησοῦ ἐπιστᾶτα, ἐλέησον ἡμᾶς».

Πῶς γνώριζαν οἱ ταλαίπωροι αὐτοὶ ἄνθρωποι γιά τόν Ἰησοῦ καὶ τήν δύναμη πού εἶχε νά τοὺς βοηθήσει, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἐπικοινωνία μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Θά πρέπει κάποιος ἀπὸ ἐκείνους πού τοὺς ἄφηνε ἀπὸ μακριὰ ψωμὶ στόν δρόμο, νά τοὺς εἶχε πληροφορήσει γιά τὰ νέα. Ἡ φήμη τοῦ νέου θαυματουργοῦ στόν κόσμο, ποὺ θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἐνδιαφέρει, θὰ πρέπει νά εἶχε φτάσει στ’ αὐτιὰ τους. Ὅλα τ’ ἄλλα πού γίνονταν στόν κόσμο, ὅπως οἱ ἀλλαγὲς τῶν ἀρχόντων κι οἱ πόλεμοι ἀνάμεσα στά ἔθνη, ἡ ἵδρυση κι ἡ καταστροφὴ τῶν πόλεων, οἱ ἐορταστικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ πυρκαγιὲς κι οἱ σεισμοί, ὅλ’ αὐτὰ τοὺς ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορα.

Πνιγμένοι μέσα στό πύον, τό μόνο πού θὰ σκέφτονταν ἦταν ἡ ἀθλιότητά τους καὶ ἴσως Ἐκεῖνος πού θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἀπαλλάξει ἀπό τίς πληγές, τὰ ῥάκη καὶ τό πύον καὶ νά τοὺς ντύσει μέ τόν ἔνδυμα τῆς ὑγείας. Ἄκουσαν γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ καὶ σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ποὺ ὁ Κύριος θεράπευσε λεπροὺς σὰν κι ἐκείνους (Λουκ. 17, 12). Θὰ νοσταλγοῦσαν λοιπὸν τήν μοναδική εὐκαιρία νά βρεθοῦν μπροστὰ στόν Κύριο.

Κάπου στήν ἄκρη τῆς πεδιάδας τῆς Γαλιλαίας, ἐκεῖ πού ὁ δρόμος ἀρχίζει ν’ ἀνηφορίζει πρὸς τήν Σαμάρεια, τόν περίμεναν. Καὶ νά ποὺ ἡ εὐτυχισμένη καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία πού περίμεναν τοὺς πλησίασε, ὄχι κατὰ τύχη, ἀλλά μέ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Εἶδαν τόν Χριστόν νά περνάει ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τοὺς μαθητὲς Του κι ἔκραξαν μέ μεγάλη φωνή:«Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς!». Γιατὶ τόν ὀνόμασαν Ἐπιστάτη; Ἐπειδή ἡ λέξη αὐτὴ εἶναι πιὸ ἐπιβλητικὴ ἀπὸ τό «διδάσκαλος». Ἐπιστάτης δέν εἶναι μόνο ὁ διδάσκαλος, ἀλλὰ ἐκεῖνος πού ἐποπτεύει, ποὺ καθοδηγεῖ, πού μέ τὰ λόγια, τό παράδειγμα καὶ τήν μέριμνά Του ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στόν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Γιατί τότε δέν τόν ὀνόμασαν «Κύριο», πού εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπιβλητικὴ λέξη ἀπὸ τό «ἐπιστάτης»; Ἐπειδή δέν εἶχαν γνωρίσει ἀκόμα τήν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ.

Ἐλέησον ἡμᾶς, κραύγαζαν.«Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες δείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Καὶ καθὼς πήγαιναν στούς ἱερεῖς, στόν δρόμο καθαρίστηκαν. Σὲ προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρῶν, ὁ Κύριος ἔκτεινε τόν χέρι Του κι ἀκούμπησε τόν λεπρὸ λέγοντας:«Θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ» (Λουκ. ζ’ 13).

Τώρα ὅμως ὄχι μόνο δέν ἄγγιξε τοὺς λεπρούς, μὰ δέν τοὺς πλησίασε κἄν, ἦταν μακριὰ τους, ἀφοῦ, «ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνήν». Τοὺς μιλοῦσε ἀπὸ ἀπόσταση.

Γιατὶ ὁ Κύριος τοὺς ἔστειλε στούς ἱερεῖς; Ἐπειδή οἱ ἱερεῖς εἶχαν τό καθῆκον νά τοὺς κηρύξουν ἀκαθάρτους καὶ νά τοὺς ἀποκλείσουν ἀπὸ τὴν κοινωνία, ὅπως εἶχαν καὶ τό δικαίωμα νά δηλώσουν πώς εἶναι θεραπευμένοι καὶ καθαροί, γιά νά ξαναγυρίσουν κοντὰ στούς ἀνθρώπους (Λευϊτ. 13, 34,44). Ὁ Κύριος δὲν θὰ καταργήσει τόν Νόμο, καθὼς μάλιστα ὁ Νόμος δέν ἐμποδίζει τόν ἔργο Του, ἀλλὰ μᾶλλον τόν ἐνισχύει σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση.

Οἱ ἴδιοι οἱ ἱερεῖς θὰ πείθονταν πώς οἱ δέκα λεπροὶ καθαρίστηκαν, ἀφοῦ βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό. Οἱ δέκα λεπροὶ ἄκουσαν τί τοὺς εἶπε ὁ Κύριος καί πού τοὺς ἔστειλε καὶ ξεκίνησαν γιά τό χωριό, νά ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ Του. Νά, ὅμως, ποὺ καθὼς βάδιζαν, ἡ λέπρα τους καθαρίστηκε, ἐξαφανίστηκε. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν» (Λουκ. 17, 14). Κοίταξαν τὰ σώματά τους καὶ διαπίστωσαν πώς εἶχαν γίνει καθαροί, ὑγιεῖς.

Κοίταζαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον κι ἔκαναν τὴν ἴδια διαπίστωση. Οἱ πληγές, τό πύον κι ἡ δυσοσμία εἶχαν ἑξαφανιστεῖ. Μόνο τὰ ἴχνη τῆς φοβερῆς ἀρρώστιας εἶχαν μείνει, γιά νά μαρτυροῦν τήν θεραπεία τους.

Ποιός θὰ μποροῦσε νά πεῖ πώς τό θαῦμα αὐτό τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ἀνώτερο ἀπὸ ἀνάσταση νεκρῶν; Ἄς ἐγκύψουμε βαθύτερα στό γεγονὸς πῶς, μ’ ἕνα Του λόγο, τὰ λεπρὰ σώματα πού τὰ εἶχε καταφάγει ἡ ἀρρώστια, ξαφνικὰ καθαρίστηκαν, ἔγιναν καλά; Ὅσο ἐμβαθύνει κανεὶς στό θαῦμα αὐτό, ἀναγνωρίζει κι ὁμολογεῖ πώς θνητός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν’ ἀρθρώσει τέτοιο λόγο.

Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νά προφέρει αὐτόν τόν θεραπευτικὸ λόγο, μέσα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα χείλη Του. Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ λόγος αὐτός βγῆκε ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη. Εἶναι σίγουρο ὅμως πώς προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια βάθη, ἀπ’ ὅπου κι ὁ λόγος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. «Αὐτός εἶπε καὶ ἐγενήθησαν».

Ὑπάρχουν λόγια καὶ λόγια. Ὑπάρχουν λόγια ἁγνὰ κι ἀναμάρτητα, ποὺ εἶναι καὶ λόγια δυνάμεως. Τὰ λόγια αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ πηγὴ τῆς αἰώνιας Ἀγάπης. Οἱ πύλες ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας εἶναι ἀνοιχτὲς μπροστὰ τους. Τὰ πάντα, ἄνθρωποι, ἀσθένειες καὶ πνεύματα τοὺς ὑποτάσσονται.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ λόγια διασπαστικά, ὠμά, ποὺ τὰ ἔχει νεκρώσει ἡ ἁμαρτία. Τὰ λόγια αὐτὰ δέν ἔχουν μεγαλύτερη ἐπιρροὴ ἀπ’ ὅση ἔχει τό σφύριγμα τοῦ ἀνέμου ἀνάμεσα στίς καλαμιές. Ὅσα τέτοια νεκρὰ λόγια κι ἂν ἀκουστοῦν, παραμένουν τόσο ἀνίσχυρα, ὅσο ὁ καπνός πού προσκρούει σὲ σιδερένια πόρτα.

Ἀναλογιστεῖτε ὅμως πόση ἀπερίγραπτη ἀνακούφιση καὶ παρηγοριά νιώθουμε, ὅταν γνωρίζουμε σὲ πόσο δυνατό καὶ στοργικὸ Κύριο ἀνήκουμε!«Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν, ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ» (Ψαλμ. 134, 6). Αυτός εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς, Αὐτός κυβερνᾶ τὴν ἀρρώστια, Αὐτός δίνει τοὺς νόμους τῆς φύσης, εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Δέν δημιουργηθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη φύση.

Εἴμαστε δοῦλοι τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ πού ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο. Δέν εἴμαστε πλάσματα τῆς τύχης. Εἴμαστε πλάσματα Ἐκείνου πού δημιούργησε ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους ἀδελφοὺς μας, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους κι ὅλα τ’ ἀθάνατα ὄντα τοῦ οὐρανοῦ. Ἂν ὑποφέρουμε σ’ αὐτὴ τήν ζωή, Ἐκεῖνος γνωρίζει τό νόημα καὶ τόν σκοπὸ τῶν βασάνων μας.

Ἂν μᾶς ἔκανε λεπρούς ἡ ἁμαρτία, ὁ λόγος Του εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τήν λέπρα, εἴτε σωματική εἶναι αὐτή εἴτε πνευματική. Τήν ὥρα πού πνιγόμαστε, τό σωστικὸ χέρι Του εἶναι κοντὰ μας. Τήν ὥρα πού πεθαίνουμε, μᾶς περιμένει στήν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τάφου.

Ἂς γυρίσουμε τώρα στήν διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου, στήν θεραπεία τῶν λεπρῶν. Ἂς ῥίξουμε μιά ματιά στήν καθαρὴ ἀπεικόνιση τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀγνωμοσύνης. Τὶ ἔκαναν οἱ λεπροὶ αὐτοὶ ὅταν διαπίστωσαν πώς εἶχαν θεραπευτεῖ ἀπὸ τήν λέπρα τους; Μόνο ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει τόν Χριστό.

Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ τράβηξαν τόν δρόμο τους. Οὔτε πού σκέφτηκαν νά γυρίσουν καὶ νά εὐχαριστήσουν τόν Εὐεργέτη καὶ Σωτήρα τους.Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

«Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τόν Θεόν. καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτός ἦν Σαμαρείτης» (Λουκ. 17, 15, 16). Ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος, μόλις εἶδε πώς εἶχε ἁπαλλαγεῖ ἀπὸ τήν φοβερὴ ἀρρώστια του, ἔνιωσε τὴν ψυχὴ του ν’ ἀνασαίνει ἀνάλαφρα.

Ἦταν σὰν νά εἶχε βγάλει ἀπὸ μέσα του κάποια φαρμακερὰ φίδια. Ἡ πρώτη του σκέψη λοιπὸν ἦταν νά τρέξει καὶ νά εὐχαριστήσει Ἐκεῖνον πού τόν ἔσωσε ἀπ’ αὐτὴν τήν φοβερὴ ἀθλιότητα. Λίγο νωρίτερα εἶχε κράξει, «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Τώρα ξανασήκωσε τήν φωνή του καὶ βροντοφώναξε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του κι ἀπὸ τὰ καθαρὰ χείλη του εὐχαρίστησε τόν Θεό. Δέν τοῦ ἔφτασε αὐτό ὅμως.

Ἔτρεξε ἀμέσως νά βρεῖ τόν Εὐεργέτη του, νά τοῦ ἐκφράσει τίς εὐχαριστίες του. Μόλις ἔφτασε κοντὰ στόν Χριστό ἔπεσε μπροστὰ Του νά τόν προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα ὄχι μέ πονεμένα πόδια ἀπό τίς ἀνοιχτὲς πληγές, ἀλλά μέ πόδια θεραπευμένα καὶ ὑγιῆ. Εἶχε πιὰ ἕνα σῶμα τελείως ὑγιές, μιά καρδιά γεμάτη χαρά καὶ δυό μάτια γεμάτα δάκρυα.

Αὐτός ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά μᾶζα ἀπὸ πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν ἀπόβλητος ἀπὸ τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Τώρα ξανάγινε ἄξιο μέλος τῆς κοινωνίας τους.

Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά θλιβερὴ σάλπιγγα πού ἠχοῦσε μονότονα μιά μόνο λέξη: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!». Τώρα μεταβλήθηκε σὲ μιά θριαμβευτική σάλπιγγα πού ἀνέπεμπε εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στόν Θεό.

Αὐτός ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς θεραπευμένος κι εὐγνώμων ἄνθρωπος δέν ἦταν Ἰουδαῖος, ἀλλὰ Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρεῖτες δέν ἦταν Ἰουδαῖοι ἀλλὰ οὔτε καὶ καθαρόαιμοι Ἀσσύριοι ἢ μιγάδες ἀπὸ Ἀσσύριους καὶ Ἰουδαίους γονεῖς.

Ἦταν οἱ Ἀσσύριοι ἐκεῖνοι πού κάποτε ἐγκατέστησε ὁ βασιλιὰς Σαλμανάσαρ σὲ τόπους τῆς Συρίας, ἀφοῦ μετακίνησε ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς Ἰουδαίους στήν Ἀσσυρία (Β΄ Βασ. 17, 3-6, 24). Τό ὅτι ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος ἦταν καθαρόαιμος Ἀσσύριος προκύπτει κι ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου πού τόν ὀνόμασε ἀλλογενῆ.

«Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος;» (Λουκ.17, 17-18).Πόσο εὐγενικὰ μέμφεται τοὺς ἀγνώμονες ὁ Κύριος! Ῥώτησε μόνο ἂν θεραπεύτηκαν κι αὐτοὶ καὶ γιατὶ δὲν γύρισαν νά τόν εὐχαριστήσουν.

Δὲν ῥώτησε, βέβαια, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δέν ἤξερε ὅτι εἶχαν θεραπευτεῖ ὅλοι. Ὄχι. Γνώριζε πώς θὰ θεραπευτοῦν προτοῦ κἄν τοὺς δεῖ καὶ τοὺς συναντήσει. Ἔκανε ὅμως τὴν ἐρωτήση σὰν μιά εὐγενική ἐπίπληξη. Ἐμεῖς, ὅταν δίνουμε ἕνα νόμισμα σὲ κάποιον ἐπαίτη, ἐκνευριζόμαστε καὶ ξεσποῦμε σὲ διαμαρτυρίες ἂν δὲ μᾶς εὐχαριστήσει. Σκεφτεῖτε τώρα πόσο θὰ ἐκνευριζόμασταν καὶ θὰ καταγγέλαμε τοὺς ἐννιὰ αὐτοὺς ἀνθρώπους, ἂν ὑποτεθεῖ πώς εἴχαμε τήν δύναμη καὶ τοὺς ἔχουμε θεραπεύσει ἀπὸ τέτοια φοβερὴ ἀρρώστια κι ἐκεῖνοι δὲν γύρισαν νά μᾶς ποῦν οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ.

Οἱ μέρες μας εἶναι γεμάτες ἀπὸ ὀργισμένους ἀνθρώπους ἐνάντια στούς ἀγνώμονες. Ὁ ἀέρας πού μᾶς περιβάλει εἶναι γεμάτος ἀπὸ μίση καὶ ὕβρεις πού ἐκστομίζονται ἀπὸ χείλη ἀνθρώπων καθημερινά, ἀπὸ φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός, πρὸς τοὺς ἀγνώμονες. Πόσο μικρὰ ὅμως εἶναι αὐτά πού κάνει ὁ ἄνθρωπος, σὲ σχέση μέ τὰ μέγιστα πού ἀκούραστα καὶ ἀδιάλειπτα κάνει ὁ Θεὸς γιά τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τήν στιγμή πού γεννήθηκαν ὡς τόν θάνατό τους!

Ὁ Θεὸς ὅμως ποτὲ δὲ μέμφεται, ποτὲ δέν ὀργίζεται στόν ἀγνώμονα, ἀλλὰ τόν ἐπιπλήττει εὐγενικὰ καὶ ῥωτάει ὅσους τόν λατρεύουν στόν ναό: «Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Δέν ἔδωσα τὴν ὑγεία σὲ χιλιάδες; Γιατὶ βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στόν ναό Μου; Δὲν δίνω τό φῶς τοῦ ἡλίου σὲ ἑκατομμύρια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγες ἑκατοντάδες οἱ εὐγνώμονες; Δέν ὀμόρφηνα τοὺς ἀγρούς, δέν τοὺς γέμισα μέ πλούσια σοδειά, μὲ κάθε χόρτο γιά τὰ κοπάδια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγοι ἐσεῖς πού γονατίζετε μέ εὐχαριστία μπροστά Μου;

Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Ποῦ εἶναι οἱ δυνατοὶ καὶ ἰσχυροί πού κυβερνοῦν τὰ ἔθνη μέ τήν δική Μου δύναμη καὶ ἰσχύ; Ποῦ εἶναι οἱ ἰσχυροί, ποῦ οἱ ἐπιτυχημένοι πού πλούτισαν ἀπὸ τὰ πλούτη Μου καὶ πέτυχαν χάρη στό ἔλεός Μου; Ποῦ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι πού ἀντλοῦν τὴν ὑγεία καὶ τὴν εὐτυχία ἀπὸ τήν δική Μου πηγή;

Ποῦ εἶναι οἱ γονεῖς πού τὰ παιδιὰ τους τὰ βοηθάω νά μεγαλώσουν καὶ νά γίνουν δυνατοί; Ποῦ εἶναι οἱ δάσκαλοι πού τοὺς χορηγῶ σοφία καὶ γνώση; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἄρρωστοι πού θεράπευσα; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ πού καθάρισα τίς ψυχὲς τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, σὰν νὰ ἦταν ἀπὸ λέπρα;».

Προσέξτε, «εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος»! Μόνο αὐτός γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει. Εἶναι ὅμως κανένας ξένος, ἀλλογενής, στόν Χριστό; Δέν ἦρθε γιά νά σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὄχι μόνο τοὺς Ἰουδαίους; Οἱ Ἰουδαῖοι ὑπερηφανεύονταν ἐπειδὴ ἦταν ὁ «περιούσιος», ὁ ἐκλεκτός λαὸς τοῦ Θεοῦ, πὼς εἶχαν γνώση τοῦ Θεοῦ, πὼς ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη ξεπερνοῦσαν κάθε ἄλλο ἔθνος στή γῆ. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα παράδειγμα πού φανερώνει τό σκότος τοῦ μυαλοῦ τους καὶ τήν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους.

Ἕνας Ἀσσύριος, εἰδωλολάτρης, εἶχε πιὸ φωτισμένο μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγενικὴ καρδιά ἀπὸ τοὺς αὐτοθαυμαζόμενους Ἰουδαίους.Ἡ ἱστορία αὐτή μέ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἢ τοὺς μὴ ἐκλεκτούς, δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ στίς μέρες μας. Καὶ σήμερα κάποιοι εἰδωλολάτρες ἔχουν πιὸ ἀνοιχτό μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγνώμονα καρδία πρὸς τόν Θεὸ ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς.

Ὑπάρχουν μωαμεθανοί, ἢ βουδιστὲς πού ντροπιάζουν πολλοὺς χριστιανούς μέ τίς καρδιακὲς προσευχὲς τους στόν Θεὸ καὶ τήν θερμή εὐγνωμοσύνη τους πρὸς Ἐκεῖνον.

Ἡ παραβολὴ τελειώνει μέ τὰ λόγια τοῦ Σωτήρα μας πρὸς τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη: «Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17, 19). Προσέξτε τήν μεγαλοσύνη τῆς ταπείνωσης τοῦ Κυρίου, τὴν ἀρχοντιὰ Του! Ὁ ἴδιος χαίρεται νά ὀνομάζει τοὺς ἀνθρώπους συνεργάτες Του στά μέγιστα καὶ καλὰ ἔργα Του.

Θέλει ἔτσι νά ἐνισχύσει τό ἠθικὸ τῆς ταπεινωμένης καὶ ὑποτιμημένης ἀνθρωπίνης ὕπαρξης. Εἶναι ὑπεράνω τῆς ἀνθρωπίνης ὑπερηφάνειας καὶ ματαιότητας καὶ θέλει νά μοιράσει τήν δική Του ἀξία μέ ἄλλους, τὰ πλούτη Του μέ τοὺς φτωχούς, τήν δόξα Του μέ τοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς θλιμμένους.

«Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ὁ Σαμαρείτης εἶχε πραγματικὰ πιστέψει, ὅπως κι οἱ ἄλλοι ἐννιὰ λεπροί. Ἂν δέν εἶχαν πιστέψει στήν δύναμη τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ φώναζαν «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Σέ τὶ τοὺς χρησίμευε ὅμως ἡ πίστη τους; Μέ τὴν ἴδια πίστη θὰ μποροῦσαν νά φωνάξουν σὲ χιλιάδες διασήμους γιατροὺς τοῦ κόσμου: «Ἐλεῆστε μας, θεραπεῦστε μας!» Ὅλα ὅμως θ’ ἀπέβαιναν μάταια.

Ἄν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς χιλιάδες θνητοὺς γιατροὺς τοῦ κόσμου τοὺς εἶχε θεραπεύσει, πιστεύετε πώς θ’ ἀπέδιδε τήν θεραπεία στήν πίστη τοῦ ἀρρώστου ἢ στήν δικὴ του ἱκανότητα κι ἐπιστημοσύνη; Δὲν συνηθίζουν οἱ γιατροὶ τοῦ κόσμου νά ξεπερνοῦν σιωπηλά τίς εὐχαριστίες τῶν ἀρρώστων γιά τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τους, δίνουν μεγάλη ἔμφαση στήν δικὴ τους ἀξία καὶ συμμετοχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἄνθρωπο.

Ὁ Χριστός ὅμως συμπεριφέρεται διαφορετικὰ στούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός ἔχει ἕνα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ὁ λεπρὸς Σαμαρείτης πρόσθεσε ἕνα σπυρὶ σιτάρι στό φορτίο. Τό φορτίο μέ τό σιτάρι εἶναι ἡ θεϊκὴ Του δύναμη καὶ ἐξουσία. Τό σπυρὶ τοῦ λεπροῦ εἶναι ἡ πίστη του στόν Χριστό. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ πραγματικὰ τόν ἄνθρωπο καὶ δέν ὑποτιμᾶ τό μικρὸ σπυρί, ἀλλ’ ἀντίθετα θὰ τόν τιμήσει περισσότερο ἀπὸ τό δικὸ Του μεγάλο φορτίο.

Γι’ αὐτό καὶ δὲν λέει, ὅπως θὰ ‘λέγε κάθε ἄνθρωπος σὲ τέτοια περίπτωση: «Τό φορτίο μου μέ τό σιτάρι θὰ σὲ θρέψει». Δέν λέει, «Ἐγὼ σὲ ἔσωσα», ἀλλὰ «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στά λόγια αὐτά!

Πόσο μεγάλη εἶναι γιά ὅλους μας ἡ διδαχὴ Του! Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἐπίπληξη στήν ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια κι ὑπερηφάνεια!

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή μετά τά Φῶτα- Τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ

11 Ιανουαρίου, 2026

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν, ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος:

«γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιὰ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.»

Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»

(Ματθ. 4, 12-17).

«Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ».

Αὐτὰ ἦσαν τὰ πρῶτα λόγια τοῦ κηρύγματος τοῦ θεανθρώπού Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ τὰ ἴδια λόγια λέγει καὶ σ’ ἐμᾶς μέχρι σήμερα, διά τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὅταν ἐπληθύνθη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴ ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο, κατῆλθε ἐδῶ στή γῆ μας ὁ Παντοδύναμος Ἰατρός.

Κατῆλθε στόν τόπο αὐτὸ τῆς ἐξορίας, στόν τόπο τῶν βασάνων καὶ τῶν παθῶν μας, ποὺ εἶναι μία πρόγευσις τῶν αἰωνίων βασάνων τῆς κολάσεως, καὶ εὐαγγελίζεται τὴ λύτρωση, τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἴαση σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς ἑξαίρεση, λέγοντας «μετανοεῖτε».

Ἡ δύναμις τῆς μετανοίας εἶναι θεμελιωμένη στή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰατρὸς εἶναι πανίσχυρος, καὶ ἡ ἴασις πού Ἐκεῖνος χαρίζει εἶναι παντοδύναμη.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅταν ἐκήρυσσεν ἐδῶ στή γῆ ὁ Κύριος, καλοῦσε σὲ θεραπεία ὅλους ὅσοι ἦσαν ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ δέν θεωροῦσε καμμία ἁμαρτία ὡς ἀθεράπευτη. Καὶ τώρα, ἐπίσης, συνεχίζει νά καλῆ ὅλους, καὶ ὑπόσχεται, καὶ χαρίζει πράγματι τὴν ἄφεση γιά κάθε ἁμαρτία καὶ τὴν ἴαση γιά κάθε ἁμαρτωλὴ ἀσθένεια.

Ὢ ἐσεῖς, οἱ ὁδοιπόροι τῆς γῆς. Ὢ ἐσεῖς, ὅλοι ὅσοι ἀναλίσκεσθε ἢ σύρεσθε στή εὐρύχωρη ὁδό, μέσα στόν ἀκατάπαυστο θόρυβο τῶν γηίνων μεριμνῶν, περισπασμῶν καὶ διασκεδάσεων, ἀνάμεσα σὲ ἄνθη ἀνάμικτα μέ ἀγκάθια, ἐσεῖς, ποὺ σπεύδετε καὶ ἀκολουθεῖτε αὐτὸν τὸν δρόμο, κατευθυνόμενοι πρὸς τὸ τέλος, ποὺ εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ καὶ ὅμως ὅλοι τὸ λησμονοῦν: ὁ σκοτεινὸς τάφος καὶ ἡ ἀκόμη σκοτεινότερη καὶ φοβερότερη αἰωνιότητα.

Σταματῆστε! Ἀποτινάξτε τὴν γοητείαν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ σᾶς κρατεῖ μονίμως σὲ αἰχμαλωσία! Ἀκοῦστε αὐτό πού σᾶς εὐαγγελίζεται ὁ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός, δῶστε στά λόγια Του τὴν προσοχή πού τοὺς ἁρμόζει: «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.

Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο, ὁδοιπόροι ἐσεῖς τῆς γῆς, νά στρέψετε ὅλη σας τὴν προσοχὴ σ’ αὐτὴ τὴ ζωτικὰ ὠφέλιμη καὶ σωτήρια νουθεσία. Ἀλλιῶς θὰ φθάσετε στόν τάφο, θὰ φθάσετε στό κατώφλι καὶ στήν πύλη τῆς αἰωνιότητας, χωρὶς νά ἔχετε προηγουμένως κατανοήσει καθόλου ὀρθὰ τὴν αἰωνιότητα, οὔτε τίς ὑποχρεώσεις ἐκείνων πού εἰσέρχονται σ’ αὐτήν, ἔχοντας προετοιμάσει τὸν ἑαυτὸ σας μόνο γιά τὶς δίκαιες τιμωρίες πού θὰ ὑφίστασθε αἰωνίως γιά τὶς ἁμαρτίες σας.

Ἡ βαρυτέρα δὲ καὶ σοβαροτέρα ἁμαρτία εἶναι τὸ νά μὴ δίδετε προσοχὴ στούς λόγους τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δηλαδὴ νά Τὸν περιφρονῆτε. Ἀποκοιμίζει καὶ ἐξαπατᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ δρόμος τῆς ἐπιγείου ζωῆς.

Στά μάτια αὐτῶν πού ἀρχίζουν τὴν πορεία τους σ’ αὐτήν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα ἀτελείωτο πεδίο πού σφύζει ἀπὸ πραγματικότητα. Γιά ὅσους τὴν τελείωσαν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα συντομότατο ταξίδι πού συνοδεύεται ἀπὸ ὄνειρα καὶ μάλιστα χωρὶς περιεχόμενο.

Μετανοεῖτε!

Μοχθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ βιάζονται νά πλουτίσουν σὲ γνώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι μικρῆς μόνο σημασίας, καὶ κατάλληλες γιά κάποιο μόνο χρονικὸ διάστημα. Γνώσεις πού συμβάλλουν στή ἱκανοποίησι ἀναγκῶν, ἀνέσεων καὶ ἰδιοτροπιῶν τῆς ἐπιγείου ζωῆς.

Περιφρονοῦμε τελείως τίς οὐσιαστικές, τὶς ἀναγκαῖες γνώσεις καὶ τὴν ἐργασία, γιά τὰ ὁποῖα καὶ μόνο μᾶς ἔχει χαρισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή. Δηλαδὴ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴ συνδιαλλαγὴ μας μὲ Αὐτὸν διά τοῦ λυτρωτοῦ μας Χριστοῦ.

Ἀδελφοί, ἂς ἐξετάσουμε τὴν ἐπίγεια ζωὴ μας ἀντικειμενικά, ἀμερόληπτα, ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι μηδαμινή, ἕνα τίποτε. Ὅλα της τὰ ἀγαθὰ ἀφαιροῦνται μέ τὸν θάνατον, ἀλλὰ συχνὰ καὶ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο μέ ποικίλες, ἀπροσδόκητες καταστάσεις.

Αὐτὰ τὰ φθαρτά, τὰ τόσο γρήγορα ἑξαφανιζόμενα ἀγαθά, δέν ἀξίζουν νά ὀνομάζωνται ἀγαθά. Στή πραγματικότητα εἶναι ἀπάτες καὶ παγίδες. Ὅσοι κολλοῦν καὶ βυθίζονται στίς παγίδες αὐτές, καὶ συλλαμβάνονται ἀπὸ αὐτές, ἀποστεροῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινά, τὰ αἰώνια, τὰ οὐράνια, πνευματικὰ ἀγαθά, ποὺ ἀποκτοῦμε ὅταν πιστεύωμε στόν Χριστὸ καὶ Τὸν ἀκολουθοῦμε στή μυστικὴ ὁδό τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς.

Θὰ μᾶς προδώσουν, ἀδελφοί, ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς προδώσουν ὅλα τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πάμπλουτους θὰ τοὺς προδώση ὁ πλοῦτος τους, τοὺς ἐνδόξους ἡ δόξα τους, τοὺς νέους ἡ νεότης τους, τοὺς σοφοὺς ἡ σοφία τους.

Ἕνα μόνον αἰώνιο καὶ οὐσιῶδες ἀγαθὸν μπορεῖ νά ἀποκτήση ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴ διέλευσή του ἀπὸ τὴ γῆ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθὴς γνῶσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμφιλίωσίς του μέ τὸν Θεόν, τὴν ὁποία χαρίζει ὁ Χριστός. Γιά νά λάβη ὅμως κανεὶς τὰ κορυφαῖα καὶ ὑπέρτατα αὐτὰ ἀγαθά, πρέπει νά ἐγκαταλείψη τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ νά τὴν μισήση.

Μετανοεῖτε!

Τὶ σημαίνει νά μετανοήσωμε; Σημαίνει νά ὁμολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας καὶ νά μεταμεληθοῦμε γι’ αὐτές. Σημαίνει ἀκόμη νά πάψωμε νά τὶς διαπράττωμε καί ποτέ πλέον νά μὴν ἐπιστρέψωμε σ’ αὐτές, ὅπως εἶπε κάποιος μεγάλος ἅγιος Πατέρας ἀπαντῶντας σὲ ἀνάλογη ἐρώτηση.

Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ πολλοὶ ἄνθρωποι μεταβάλλονται σὲ ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ πολλοὶ ἄνομοι σὲ ἀνθρώπους εὐλαβεῖς καὶ δικαίους.

Ἀδελφοί! Ἂς γνωρίσωμε τὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ βυθισμένο στήν ἁμαρτία ἀνθρώπινο γένος. Ὁ Κύριος οἰκονόμησε τὴν ἐνανθρώπησή Του, ἔτσι ὥστε διά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του νά μπορέση νά δεχθῇ τίς τιμωρίες πού οἱ ἄνθρωποι ἀξίζουν νά δεχθοῦν·

καί μέ τὸ νά δεχθῆ τιμωρία Ἐκεῖνος ὁ Πανάγιος, νά ἑξαγοράση καὶ νά λυτρώση τοὺς ἐνόχους ἀπὸ τὴν τιμωρία. Τὶ τὸν προσείλκυσε κοντὰ μας, ἐδῶ στή γῆ, στόν τόπο τῆς ἐξορίας μας; Μήπως οἱ δικαιοσύνες μας; Ὄχι! Τὸν εἵλκυσε σὲ μᾶς ἡ ὀλεθρία ἐκείνη κατάστασις στή ὁποία μᾶς ἔριξε ἡ ἁμαρτία μας.

Ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί! Ἂς πάρωμε θάρρος, διότι γιά μᾶς, ἀκριβῶς πρὸς χάριν μας ὁ Κύριος ἐπετέλεσε τὸ μέγα ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του! Ἐπέβλεψε μέ ἀσύλληπτο ἔλεος στίς ἀσθένειές μας. Ἂς πάψωμε νά ταλαντευώμεθα, ἂς πάψωμε νά παραδιδώμεθα στή ἀκηδία καὶ τὴν ἀμφιβολία. Ἂς πλησιάσωμε γεμάτοι πίστη, ζῆλο καὶ εὐγνωμοσύνη, καὶ ἂς ἀρχίσωμε τὴν μετάνοια.

Ἂς συμφιλιωθοῦμε διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὸν Θεόν. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε, ὅσον μᾶς εἶναι δυνατόν, μέ τίς ἀσθενικὲς δυνάμεις μας στή μεγάλη ἀγάπη τοῦ Κυρίου πρὸς ἐμᾶς, ὅπως μποροῦν νά ἀνταποκρίνωνται στή ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ τὰ δημιουργήματά Του, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἔπεσαν στήν ἁμαρτία: Ἂς μετανοήσωμε!

Ἂς μετανοήσωμε ὄχι μόνο μέ λόγια, ἂς δώσωμε μαρτυρία τῆς μετανοίας μας, ὄχι μόνο μέ λίγα δάκρυα τῆς στιγμῆς, οὔτε μόνο μέ τὴν ἐξωτερικὴ συμμετοχὴ στίς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσκομίσωμε μαζί μέ τὰ δάκρυα καί μέ τὴν ἐξωτερικὴ εὐσέβεια καὶ τὸν ἄξιο καρπὸ τῆς μετανοίας μας. Ἂς μεταβάλωμε τὴν ἁμαρτωλὴν ζωὴ μας σὲ σύμφωνη μέ τὸ Εὐαγγέλιον βιοτή….

«Λούσασθε». λέγει Κύριος ὁ Θεὸς στούς ἁμαρτωλούς, «καὶ καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν… καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν».

Καὶ πῶς τελειώνει ἡ δικαία αὐτὴ κρίσις τοῦ Θεοῦ, ἡ κρίσις Του γιά τὴν μετάνοια, στή ὁποία συνεχῶς καλεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ἐπιγείου ζωῆς του; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὁμολογήση τίς ἁμαρτίες του, καὶ ἀποφασίση νά μετανοήση εἰλικρινῶς καὶ νά διορθωθῇ, τότε ὁ Θεὸς λύει τὴν κρίση πού ὑπῆρχε μαζὶ του μέ τὴν ἀκόλουθη ἀπόφαση:

«Καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ».

Ἂν ὅμως ὁ χριστιανὸς καταφρονήση αὐτὴ τὴν τελευταία, τὴν πολυεύσπλαχνο κρίση τοῦ Θεοῦ, τότε τοῦ ἀνακοινώνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ὁριστικὴ του καταδίκη.

«Τὸ χρηστὸν τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστόλος Παῦλος, «εἰς μετάνοιαν σὲ ἄγει». Ὁ Θεὸς βλέπει τὰ ἁμαρτήματά σου, παρατηρεῖ μέ μακροθυμία τίς ἁμαρτίες πού διαπράττεις κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Του, τὴν ἁλυσίδα τῶν ἁμαρτιῶν πού διεμόρφωσαν ὅλον σου τὸν βίο.

Ἀναμένει τὴ μετάνοιά σου, καὶ συνάμα ἀναθέτει στήν ἐλευθέρα προαίρεσή σου τὴν ἐπιλογὴ τῆς σωτηρίας σου ἢ τῆς καταδίκης σου.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ