Την Αγία Παρασκευή Βόνιτσας την γιορτάζουν δύο φορές το χρόνο. Μια στις 26 Ιουλίου όπου πλήθος πιστών παρακολουθούν τον μέγα εσπερινό στις 25 Ιουλίου το απόγευμα και 26 την Πανηγυρική Θεία Λειτουργία, αλλά και στις 14 Μαρτίου που οι Βονιτσάνοι στην Αγία Παρασκευή Μυρταρίου, γιορτάζουν την ανάμνηση του θαύματός της.
Κάθε χρόνο συρρέουν οι πιστοί για το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, που κατά παράδοση είναι η Αγία στην οποία προσεύχονται όλοι εκείνοι που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τα μάτια τους. Στις 14 Μαρτίου στη Βόνιτσα γιορτάζουν και το θαύμα της Αγίας που έγινε πολλά χρόνια πριν εμφανιζόμενη σε ένα μικρό παιδάκι δείχνοντας του την τοποθεσία που ήθελε για να την προσκυνούν ….και όλοι οι Βονιτσάνοι με ευλάβεια πάνε να προσκυνήσουν και να ανάψουν κερί για τη χάρη της.Μάλιστα η μέρα θεωρείται μια μέρα νηστείας για όλους τους Βονιτσάνους ως ελάχιστο δείγμα της πίστης τους….
Στο δυτικό μέρος της πόλης, πίσω από το φρούριο και στην ακτή ενός κολπίσκου που σχηματίζει τη λιμνοθάλασσα του Μυρταρίου, υπήρχε παλιά η μεγάλη Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής…..Πολλά παλιά συγγράμματα μαρτυρούν γι’ αυτήν. Ακόμη και σήμερα διασώζονται στο χώρο της μονής πολλά κατερειπωμένα κελιά και άλλα επιβλητικά κτίσματα, που αφήνουν εκστατικό τον επισκέπτη και μαρτυρούν το μεγαλείο της.
Στον κολπίσκο αυτό, που αποτελούσε ασφαλή λιμένα, εργαζόταν ως βοηθός σε ένα πλοιάριο ο δεκαεπτάχρονος Γρηγόριος Χρήστου Φαρδέλας από τις Συκιές Άρτας. Ενώ κοιμόταν, περίπου στις 7:30 το πρωί της 14ης Μαρτίου 1938, άκουσε κρότο και βήματα πάνω στην πλώρη του πλοιαρίου. Όταν σηκώθηκε, είδε μπροστά του μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, με σταυρό στο στήθος και ένα βιβλίο σαν Ευαγγέλιο κάτω από τη μασχάλη της.
Η γυναίκα πλησίασε τον Γρηγόριο, τον άγγιξε ελαφρά στα μάγουλα και τον επέπληξε γιατί βλασφημούσε τα θεία και παραβίαζε χωρίς ντροπή τις νηστείες. Τον συμβούλευσε να μετανοήσει ειλικρινά για τα παραπτώματά του και να καλέσει τον κόσμο σε μετάνοια και επιστροφή στον δρόμο του Θεού, αλλιώς ο κόσμος θα υποφέρει ακόμη περισσότερο και οι καμπάνες θα χτυπούν πένθιμα.
Ο νεαρός, κατάπληκτος από όσα έβλεπε, τόλμησε να ρωτήσει:
«Πώς θα με πιστέψει ο κόσμος;».
Εκείνη του απάντησε ότι θα γίνει παράλυτος στο ένα χέρι και στο ένα πόδι για δύο μέρες και έπειτα θα θεραπευτεί τελείως, για να πιστέψει ο κόσμος. Τον διέταξε να πάει στην πόλη της Βόνιτσας και να ανακοινώσει όσα συνέβησαν, τόσο στο προσωπικό του πλοιαρίου όσο και στους κατοίκους, και μετά να επιστρέψει στο πλοιάριο του για να κοιμηθεί μόνος.


























Cas Oorthuys, 1957



